![]() ΓΝΗΣΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ ΙΕΡΟΝ ΕΠΙΣΚΟΠΕΙΟΝ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ 194 00 Τ.Θ. 54 ΚΟΡΩΠΙ ΤΗΛ. 210. 6020176, 210.6021467, 210.2466057 Α.Π. 448
Ἐν τῶ ἱερῶ Ἐπισκοπείω τῆ 7/20
Σεπτεμβρίου 2007
(Τῶν ὁσίων 99 Πατέρων ἐν Κρήτη |
|
ΘΕΜΑ:
ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 15 ΣΕΠΤ. 1954
ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗΣ ΑΜΑ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΕΓΚΥΚΛΙΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΓΟΧ ΕΛΛΑΔΟΣ Πρός
Ὀρθοδόξους Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τήν ἔκδοσιν εἰς ἕν τομίδιον
τῆς εἰς συνεχείας δημοσιευθείσης ἱστορικῆς Ὁμολογιακῆς ἐν λόγω
Ἐγκύκλιος, εἰς τό περιοδικόν «Γνώσεσθε τήν Ἀλήθειαν»
Εἰσαγωγικά τινά. Τήν ἀπό 15.9.1954 Ποιμαντορικήν Ἐγκύκλιον Ἐγκύκλιον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος, λόγω τοῦ ἱστορικοῦ Ὁμολογιακοῦ της χαρακτῆρος, τήν ἐπανατυπώσωμεν φωτοτυπικῶς ἐν ἔτει 2004, ἐπί τῆ συμπληρώσει πεντήκοντα ἐτῶν (1954—2004) ἀπό τῆς ἐκδόσεώς της καί εἴχομεν σκοπόν νά τήν ἐκδώσωμεν καί κανονικῶς εἰς τήν σειράν τῶν Ἱεραποστολικῶν Ἐκδόσεων, διορθώνοντες συγχρόνως καί τά ὑπάρχοντα εἰς τήν ἔκδοσιν τοῦ 1954 τυπογραφικά λάθη. Ἐπειδή ὅμως τοῦτο ἦτο δύσκολον, τήν παραθέσαμεν εἰς συνεχείας εἰς τό περιοδικόν «ΓΝΩΣΕΣΘΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑΝ», διότι τήν θεωροῦμεν ὡς τήν πλέον ἐπίκαιρον άπάντησιν εἰς τάς συγχρόνους προκλήσεις τοῦ νεοημερολογιτικοῦ καί παλαιοημερολογιτικοῦ (φλωρινικοῦ) οἰκουμενισμοῦ, αἱ ὁποῖαι προκλήσεις δέν διαφέρουν καθόλου (ἤ μᾶλλον ἤλλαξαν ἐπί τό δολιώτερον) ἀπό τάς τότε προκλήσεις τῶν ἰδίων ὀργάνων τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ καί νεοημερολογιτικοῦ οἰκουμενισμοῦ. Ἡ Ἐγκύκλιος αὕτη περιλαμβάνει τήν Ὀρθόδοξον Ὁμολογιακήν — Ἐκκλησιολογικήν τοποθέτησιν τἡς τότε Ἱερᾶς Συνόδου, ὑπερασπίζεται τήν δεινῶς διωκομένην Ἱεράν Μονήν καί ἀναλύει τούς δογματικούς καί Κανονικούς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐπέτρεψαν καί ἐπέβαλον εἰς τόν Βρεσθένης Ματθαῖον νά χειροτονήσει μόνος του «ψήφω Κλήρου καί Λαοῦ» Ἐπίσκοπον καί μετ' αὐτοῦ ἄλλους Ἐπισκόπους. Διά νά βοηθήσωμεν τόν ἀναγνώστην νά κατανοήση τήν ἱστορικήν καί ὁμολογιακήν σημασίαν τἠς Ἐγκυκλίου, παραθέτομεν ἐν εἴδει προλόγου ἀποσπάσματα ἀπό τά προλογικά σημειώματα τῆς φωτοτυπικῆς ἐκδόσεως τοῦ 2004, καί σχόλια ἐκ τοῦ «Γνώσεσθε τήν Ἀλήθειαν». Εἰς τήν ἐπανέκδοσιν τοῦ 2004 ἐγράφομεν: «Ἡ «ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ» τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τὡν Γ.Ο.Χ. ἡ ὁποία ἐξεδόθη τήν 15.9.1954 ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τῆς ὁποίας μέλος ἦτο ὡς Μητροπολίτης Πατρῶν καί ὁ σημερινός Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος κ. Ἀνδρέας, ὑπό τήν Προεδρίαν τοῦ τότε Τοποτηρητοῦ τοῦ Ἀρχιεπισκοπικοῦ Θρόνου ἀειμνήστου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Δημητρίου, εἶναι μία Ἐγκύκλιος μέ σαφῆ Ἐκκλησιολογικήν τοποθέτησιν καί Ὁμολογιακόν πνεῦμα, διά τῆς ὁποίας μέ ἀφορμήν τάς διώξεις τῶν τότε Καινοτόμων Νεοημερολογιτῶν κατά τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας, ἐδόθη (ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου), μία πράγματι ἠχηρά ἀπάντησις, ὅπως ἔλεγε καί ὁ ἀείμνηστος π. Εὐγένιος, εἰς τούς νεοημερολογίτας καί παλαιοημερολογίτας οἰκουμενιστάς. Τήν ἀναδημοσιεύομεν, καί διότι εἶναι πολύ σημαντική καί ἀνταξία τῶν περιστάσεων, ἀλλά καί διά νά τήν ἐνθυμηθῆ καί ἡ Αὐτοῦ Μακαριότης, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος κ. Ἀνδρέας, (σ.σ. εὑρίσκετο ἐν ζωῆ ὁ Μακαριώτατος) καί νά διερωτηθῆ, ἄν καί ἡ σημερινή ὑπό τήν Προεδρίαν του Ἱερά Σύνοδος δίδει παρομοίας ἀπαντήσεις. Νά τήν ἐνθυμηθῆ, διότι φαίνεται ξέχασε μερικά πράγματα. Ἰδού ἕνα παράδειγμα: Ὁ σημερινός σύμβουλός του, ἀλλά καί στέλεχος τοῦ παρασυνοδικοῦ κατεστημένου, μοναχός Μάξιμος, ὁ ὁποῖος ἀποδεδειγμένως κατευθύνει ἐκ τῶν παρασκηνίων τά ἐκκλησιαστικά πράγματα, ἔχει δηλώσει καί προσπαθεῖ νά περάση τό μήνυμα, ὑποκινούμενος βέβαια ἀπό ξένα Κέντρα, ὅτι ὁ ἅγιος Πατέρας Ματθαῖος «βιάσθηκε τό 1937, ἐνῶ μποροῦσε νά ἀποφύγη τό σχῖσμα». Πέραν αὐτοῦ ἔχει καταγγελθεῖ πολλάκις ἐπί μειοδοσία εἰς θέματα ὀρθοδόξου Ὁμολογίας. Παρά ταῦτα ὁ Μακαριώτατος τόν ἐκάλυψε καί τόν καλύπτει προκλητικώτατα. Θά ἀνείχετο κάτι τέτοιο ὁ Μακαριώτατος ἐκείνη τήν ἐποχή; Πρέπει νά κατανοηθῆ ἀπό ὅλους, ὅτι ἡ σημερινή Ἱερά Σύνοδος, διά νά εἶναι ἐκείνης τῆς Συνόδου ἀκόλουθος, καί ἀσφαλῶς καί ὅλων τῶν προηγουμένων ἁγίων Ὀρθοδόξων Συνόδων, θά πρέπει νά ἐπανέλθη εἰς ἐκεῖνο τό ὀρθόδοξο ὁμολογιακό καί ἀγωνιστικό πνεῦμα, τό ὁποῖον ἐνῶ μέχρι πρό τινος τό διεκήρυσσε πεπαρρησιασμένως, ἐσχάτως τό ἀποφεύγει, «ἴνα μή ἀποσυνάγωγος γένηται», ἤτοι διότι φοβᾶται ὅτι θά ἀπομονωθῆ ἀπό τόν εὐρύτερο οἰκουμενιστικό (νεοημερολογιτικό καί παλαιοημερολογιτικό) χῶρο. Θά πρέπει νά ἐντερνισθεῖ τό ὁμολογιακόν καί ἀγωνιστικόν πνεῦμα ἐκείνης τῆς Ἐγκυκλίου, διότι αὐτό τό πνεῦμα μπορεῖ σήμερα νά ἀνατρέψη τόν ἐμφιλοχωρήσαντα ἀπό τήν δεκαετίαν τοῦ 1970 καί εὑρισκόμενον εἰς ἔξαρσιν σήμερον Παλαιοημερολογιτικόν Οἰκουμενισμόν, καθ' ὅν τό σχῖσμα τοῦ 1937 δέν ἔχει σχέσιν μέ Ἐκκλησιολογίες, ἀλλά μέ προσωπικές διενέξεις, ἤ κατ' ἄλλην «ἔκδοσιν», ἤτοι κατά τά Ἀπαλλακτικά Βουλεύματα «αἱ χειροτονίαι τοῦ 1935 καί τοῦ 1948 εἶναι παράνομες, καί ἀπεκατεστάθησαν ὡς μυστήριο τό 1971 διά τῆς ἐπί σχισματικῶν χειροθεσίας». Καιρός νά ἐμποτισθῶμεν ἀπό τό ὁμολογιακόν πνεῦμα τῶν τότε Ἀρχιερέων πού ὑπέγραψαν ἐκείνην τήν Ἐγκύκλιον καί νά ἀνανήψωμεν». Ἐπίσης εἰς τό «Γνώσεσθε τήν Ἀλήθειαν ἐγράφομεν μεταξύ ἄλλων καί τά ἑξῆς: «... Αὐτήν τήν Ἐγκύκλιον, λόγω τοῦ ὁμολογιακοῦ της χαρακτῆρος ὀφείλουν νά ἀναγνώσουν καί οἱ πρώην ἐν Χριστῶ ἀδελφοί, οἱ περί τόν βλάσφημον ψευδαρχιεπίσκοπον Νικόλαον, ὥστε νά ἐνθυμηθοῦν τήν ἱστορίαν καί νά καταλάβουν πόσον ἐξέφυγον τῆς Ἀληθείας. Νά ἴδουν πῶς ἀντιμετώπιζε ἡ τότε πράγματι Ὀρθόδοξος Ἱερά Σύνοδος τάς τότε προκλήσεις τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ καί Νεοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ, νά ἴδουν καί τήν σημερινήν ἰδικήν τους παρέκκλισιν καί προδοσίαν καί τά ἐγκλήματά των κατά τῆς Ἐκκλησίας, καί ἄν θέλουν νά ἀνανήψουν. Καί νά ἀνοίξουν τά μάτια των καί νά ἀντιληφθοῦν τούς λόγους διά τούς ὁποίους τούς ἀπεκηρύξαμεν καί διεγράψαμεν τά ὀνόματά των ἀπό τά δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας. Βέβαια σήμερον δέν ἔχομεν διώξεις, ὅπως τότε, οὔτε κλείσιμο Ναῶν, οὔτε φυλακίσεις, οὔτε τραυματισμούς μέ τόν ὑποκόπανο τοῦ χωροφύλακος ἀκόμη καί θανάτους, ὅπως εἴχομεν εἰς τό παρελθόν. Σήμερον ἔχομεν ἕναν ἄλλου εἴδους διωγμόν, ὕπουλον, δόλιον, καταχθόνιον, διά τοῦτο καί ὀλεθριώτερον. Σήμερον δέν ἀσχολοῦνται ἐμφανῶς οἱ διῶκται, ἀλλά βάζουν πράκτορες, διά νά μήν γίνωνται ἀντιληπτοί. Καί οἱ πράκτορες αὐτοί, μέ τήν παραχάραξιν καί ἀλλοίωσιν τῆς Ὁμολογίας καί τήν νόθευσιν τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς, θέλουν νά μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπό τήν Ἀληθινή Ἐκκλησία καί νά μᾶς ὑποτάξουν εἰς τόν εὐρύτερον Οἰκουμενισμόν. Θέλουν νά μᾶς ἐντάξουν, ἔστω καί παραμένοντας εἰς τό παλαιόν (δεκατριμερίτας) εἰς τήν παγκοσμιοποιημένην «ἐκκλησίαν» τοῦ νέου ἡμερολογίου. Σήμερον ἔχομεν διωγμόν ἐκ τῶν «ὁμοφύλων», ὅπως ἔλεγε ὁ Μ. Βασίλειος. Ἔχομεν βάρβαρον συμπεριφοράν τῶν ἀδελφῶν μας, παπιστικήν νοοτροπίαν τῶν συνεπισκόπων μας, καταλήψεις ναῶν κλπ. Καί δυστυχῶς αὐτός ὁ διωγμός ἀποδεικνύεται ὁ πιό «ἀποτελεσματικός». Τό βλέπομεν εἰς τό γεγονός, ὅτι ἡ προπαγάνδα τοῦ μ. Μαξίμου, ὅτι «βιάσθηκε ὁ ἅγιος Πατέρας καί ἔκανε σχῖσμα», ἤ τοῦ Κάτσουρα ὅτι «ὑπάρχουν στοιχεῖα διά τό τί ἔγινε εἰς Ἀμερικήν τό 1971», ἤ τοῦ Β. Σακκᾶ ὅτι «μετά τήν χειροθεσίαν δέν ὑπάρχει διαφορά εἰς τάς χειροτονίας Ματθαιϊκῶν καί Φλωρινικῶν», εἶχεν ὡς ἄμεσον ἀποτέλεσμα, οἱ πρώην συνεπίσκοποί μας, οἱ ὁποῖοι ἐπί 30 ἔτη ὡμολόγουν τήν «χειροθεσίαν» ὡς μίαν «ἁπλῆν συγχωρητικήν εὐχήν» ὑπό τάς γνωστάς προϋποθέσεις, τώρα (τήν τελευταίαν δεκαετίαν) ἐπιχειροῦν νά μεταποιήσουν αὐτήν εἰς «πραγματικήν ὡς ἐπί σχισματικῶν χειροθεσίαν», καί νά ὑποστηρίζουν ὅτι ὅλοι «εἴμεθα ἀπό χειροθετημένους», ὅπερ ἔχει σοβαράς ἐκκλησιολογικάς συνεπείας δι' αὐτούς, ἀφοῦ τούς καθιστᾶ διά τῆς ὑπαναχωρήσεώς των βλασφήμους καί ἀρνητάς τῆς Ἀποστολικῆς των Διαδοχῆς, ὅπως τό 1976 κατέστησεν ἀρνητήν τῆς Ἀρχιερωσύνης του τό ἐν μέλος τῆς Ἐξαρχίας, τόν Κορινθίας Κάλλιστον, διό καί καθηρέθη». Εἰς ἄλλο προλογικόν σημείωμα ὑπεγραμμίσαμεν: «... Ὅπως διεκήρυξεν ὁ ἅγιος πατήρ Ματθαῖος, ὅτι «λόγοι πίστεως καί οὐχί προσωπικαί διαφοραί μᾶς ἐχώρισαν ἀπό τόν πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομον», οὕτως ὁμολογεῖ καί διακηρύττει καί ἡ τότε τοῖς ἐκείνου βήματι καί ρήμασι πορευομένη Ἱερά Σύνοδος, ἡ ἐκ τῶν χειροτονιῶν τοῦ 1948 προελθοῦσα ἀπό τήν ὁποίαν ἐλάβομεν καί ἡμεῖς τήν γνησίαν καί ἀνόθευτον Ἀποστολικήν Διαδοχήν. Εἰς τήν παροῦσαν συνέχειαν, διατυπώνεται ἡ θέσις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ὅσον ἀφορᾶ τήν ὑφ' ἑνός χειροτονίαν, εἰς τήν ὁποίαν προέβη ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος τό 1948, συνεπής πρός τήν καλήν Ὁμολογίαν τήν ὁποίαν ἐκήρυττε. Ἀπαντᾶ εἰς τά φληναφήματα τῶν Φλωρινικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν μέ μῖσος τήν ὑφ' ἑνός χειροτονίαν. Κάμνει διάκρισιν μεταξύ ἐκλογῆς καί τοῦ τελετουργικοῦ τῆς χειροτονίας, καί διασαφωνίζει ὅτι ἡ χειροτονία Ἐπισκόπου τελεῖται ὑφ' ἑνός, ὅσοι δήποτε καί ἄν παρίστανται εἰς αὐτήν, οἱ δέ δύο ἤ τρεῖς παριστάμενοι, ὅταν ὑπάρχουν, εἶναι διά νά καταστήσουν βεβαιοτέραν τήν μαρτυρίαν καί ὄχι διά νά συμπληρώσουν τήν χάριν, ὡς ὑπεστήριξαν τινές ἀθεολόγητοι. Ὅπως συμπερασματικῶς σημειώνεται εἰς τήν Ἐγκύκλιον «ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἐξάγεται ὅτι δογματικῶς δέν δύναται νά στηριχθῆ τό ἀπαραίτητον πλειόνων τοῦ ἑνός Ἐπισκόπου κατά τήν χειροτονίαν Ἐπισκόπου». Ἐκ τῶν πραγμάτων ἑπομένως προκύπτει ὅτι ἐφ' ὅσον δέν ὑπῆρχε ἄλλος ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος διά νά συμπράξη τό 1948 ὁ Βρεσθένης Ματθαῖος πρός χειροτονίαν Ἐπισκόπου καί μετ' αὐτοῦ ἄλλων Ἐπισκόπων, δέν δυνάμεθα νά λέγωμεν ὅτι χειροτονήσας μόνος παρεβίασε τόν Κανόνα, ὁ ὁποῖος προβλέπει «ὑπό δύο ἤ τριῶν» νά χειροτονῆται ὁ Ἐπίσκοπος, ἀλλά ὅτι ὑπερέβη τόν Κανόνα, διότι ἐπεβάλλετο ὑπό τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀναγκῶν καί οὕτω ἀπεδείχθη καί συνεπής πρός τήν καλήν του Ὁμολογίαν. Καί αὐτή ἡ πρᾶξις του, διά τήν ὁποίαν τόσον ἐκατηγορήθη ὑπό τῶν πολεμίων τῆς Ἐκκλησίας, αὐτή εἶναι πού τόν ἀναδεικνύει τήν μεγαλυτέραν ἐκκλησιαστικήν προσωπικότητα τοῦ προηγουμένου αἰῶνος, διότι διά τῆς πράξεώς του αὐτῆς καί τήν Ὁμολογίαν ἀκαινοτομήτως καί ἀμειώτως ἐκράτυνεν καί τήν γνησίαν Ἀποστολικήν Διαδοχήν διεφύλαξε γνησίαν καί ἀνόθευτον». Εἰς δέ τήν τελευταίαν συνέχειαν ἐγράφομεν: «... Εἰς αὐτήν τήν συνέχειαν παρατίθενται ὡρισμένα ἀκόμη στοιχεῖα περί τοῦ ὅτι ἐπιτρέπεται κατ' οἰκονομίαν ἐν καιρῶ ἀνάγκης ἡ ὑφ' ἑνός χειροτονία, καί γίνεται ἀναφορά καί εἰς τόν ρόλον τοῦ πρ. Φλωρίνης εἰς τόν διωγμόν κατά τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παναγίας Πευκοβουνογιατρίσσης. Ἐπίσης γίνεται ἀναφορά καί εἰς τήν ἐν γένει προδοτικήν στάσιν τοῦ πρ. Φλωρίνης ἔναντι τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας, καί τήν πρόθεσίν του νά ὁδηγήση τούς Ὀρθοδόξους (Γ.Ο.Χ.) ὑπό τόν Σπυρίδωνα Βλάχον, ὅπως οἱ ὀπαδοί του σήμερον προσπαθοῦν νά μᾶς ὡδηγήσουν ὑπό τόν κ. Χριστόδουλον, καί νά μᾶς ἐντάξουν ὅλους ὑπ' αὐτόν ὡς δεκατριμερίτας οἰκουμενιστάς. Δηλαδή τό συμπέρασμα εἶναι ὅτι ἡ ἱστορία ἐπαναλαμβάνεται. Οἱ πολέμιοι τῆς Ὀρθοδοξίας πάντοτε οἱ αὐτοί. Ὁ πόλεμος εἶναι ὁ ἴδιος. Τά πρόσωπα μόνον ἀλλάζουν». Θεωροῦμεν ἐπάναγκες νά παραθέσωμεν καί τάς ὀλίγας μέν ἀλλά, νομίζομεν, σημαντικάς ὑποσημειώσεις τοῦ «Γνώσεσθε τήν Αλήθειαν ἐπί τῆς Ποιμαντορικῆς Ἐγκυκλίου». 1) Διά τό θέμα τῆς «χειροθεσίας τοῦ 1971». «...Δέον νά ληφθῆ ὑπ' ὄψιν ὅτι ὁ πρ. Φλωρίνης εἶναι ὁ ἀπό τό 1950 εἰσηγητής τῆς «χειροθεσίας» ἐπί τῶν Ἐπισκόπων τῶν χειροτονηθέντων τό ἔτος 1948 ὑπό τοῦ Ἐπισκόπου Ματθαίου. Καί αὐτή ἡ «χειροθεσία», ἡ ὁποία ἐπεδιώχθη ἀπό σκοτεινά οἰκουμενιστικά κέντρα τό 1971 εἰς Ἀμερικήν, εἶναι πού ἔφερε τόν παλαιοημερολογιτικόν οἰκουμενισμόν εἰς τόν χῶρον μας, καί ὡδήγησε εἰς τά 3 μεγάλα σχίσματα, τοῦ Καλλίστου (ἐν ἔτει 1976), τῶν πέντε πρώην Μητροπολιτῶν (τό 1995) καί τοῦ ψευδαρχιεπισκόπου Νικολάου (τό 2005). Διότι, ἐνῶ, ἀπ' ἀρχῆς ἐδήλωσαν ὅτι εἰς Ἀμερικήν δέν ἀπεδέχθησαν «χειροθεσίαν ἐπί σχισματικῶν», ἀπό τούς Ρώσους τῆς Διασπορᾶς, ἀλλά μίαν συγχωρητικήν εὐχήν, ὅπως τό ἐδήλωσεν καί ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος, εἰς τήν συνέχεια ὑπανεχώρησαν καί ἐδήλωσαν ἕκαστος αὐτῶν εἰς τήν ἐποχήν του (ὁ Κάλλιστος τό 1976, οἱ «πέντε» τό 1995 καί οἱ τοῦ Ἀνδρέου καί Νικολάου τό 2005) ὅτι εἶναι ὅλοι ἀπό χειροθετημένους. Τοῦτο ὅμως πρέπει νά γίνη σαφές, καί τό ἐπαναλαμβάνομεν διά μίαν ἀκόμη φοράν ὅτι ἡ Ἐκκλησία, ἡ Ἱερά Σύνοδος, ὁ Κλῆρος καί ὁ λαός τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΑΠΕΔΕΧΘΗΣΑΝ ΧΕΙΡΟΘΕΣΙΑΝ ΕΠΙ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΩΝ, ἀλλά κατ' ἄκραν οἰκονομίαν καί διά συγκεκριμένους λόγους, ἤτοι διά νά ἑνωθοῦν μέ τήν Ἐκκλησία καί οἱ Φλωρινικοί καί νά μή προφασίζωνται, τό ὑφ' ἑνός, ἐδέχθησαν μίαν ἁπλῆν συγχωρητικήν εὐχήν. Αὐτό δέχεται καί σήμερον καί αὐτή εἶναι ἡ ἀπ' ἀρχῆς καί πάντοτε ἡ Ὁμολογία τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπί τοῦ συγκεκριμένου θέματος. Καί ὅσοι δέν ἀποδέχονται αὐτήν τήν Ὁμολογίαν, θέτουν τούς ἑαυτούς των ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας, εἰς τάς παλαιοημερολογιτικάς ὁμάδας καί παρατάξεις, αἱ ὁποῖαι κινοῦνται εἰς τόν χῶρον τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ οἰκουμενισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει τάς ἰδίας συνεπείας μετά τοῦ νεοημερολογιτικοῦ τοιούτου. Ἀποκαλυπτικά αὐτῆς τῆς οἰκουμενιστικῆς ἐπιβολῆς καί προδοσίας εἶναι τά Ἀπαλλακτικά Βουλεύματα τοῦ 1976 καί τοῦ 1991, ἡ «Διακήρυξις Ὀρθοδόξου Ὁμολογίας» τοῦ Ἀρχιεπισκόπου τῶν Φλωρινικῶν Χρυσοστόμου Κιούση τό 1994, αἱ δηλώσεις καί αἱ παρά τῶ Μόσχα Ἀλεξίου ἐνέργειαι τοῦ κ. Χριστοδούλου τό 2001, ἡ παραίτησις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀνδρέου τό 2003 ὑπέρ τοῦ Νικολάου, ὡς ἔχοντος ὑπέρ αὐτοῦ τό Ἀπαλλακτικόν Βούλευμα καί ἐν τέλει ἡ ὁμαδική ὑπαναχώρησις ἐπί τοῦ θέματος τῆς χειροθεσίας τῶν περί τόν Ἀρχ/πο Ἀνδρέα καί ψευδαρχιεπίσκοπο Νικόλαο Ἀρχιερέων κατά τό ἴδιον ἔτος, καί ἡ ἐπίμονος ἄρνησίς των νά ἀποδεχθοῦν νά συνομολογήσουν τήν καλήν Ὁμολογίαν, γεγονότα τά ὁποῖα τούς ἐξέβαλον ὁριστικῶς τῆς Ἐκκλησίας» 2) Ἐπί τοῦ Κανόνος, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται εἰς τήν ἄρνησιν τῆς Ἀρχιερωσύνης, ἡ ὁποία εἶναι βλασφημία κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: «Προσοχή, αὐτός ἀκριβῶς ὁ Κανών ἰσχύει καί διά τούς ἐν ἔτει 2003 ὑπαναχωρήσαντας εἰς τό περί «χειροθεσίας» θέμα Ἀρχιερεῖς (Νικόλαον, Παχώμιον καί Γαλακτίωνα), καί ἀρνηθέντας οὕτω τήν Ἀρχιερωσύνην των. Διότι ἡ δήλωσίς των, ὅτι «ὅλοι προερχόμεθα ἀπό χειροθετημένους» καί «ἀνεγνώσθησαν εὐχαί χειροτονίας καί εἰς Ἀμερικήν καί εἰς Ἑλλάδα» σημαίνει, ἄρνησιν τῆς Ἀρχιερωσύνης καί βλασφημίαν κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. 3) Ἐπί τῆς διατυπώσεως ἱδέα τοῦ Ἱεροῦ Ἀγῶνος: «Ἀτυχής, καθ' ἡμᾶς, ἔκφρασις. Δέν πρόκειται περί «ἰδέας τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου», ἀλλά περί τοῦ ἀγῶνος τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶναι ἡ συνέχεια τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ταυτιζομένη πρός αὐτήν». 4) Διά τάς ἱεράς Μονάς τοῦ ἀγῶνος, αἱ ὁποῖαι ἦσαν προπύργια τῆς Ὀρθοδοξίας ἐτέθησαν εἰς τό στόχαστρον τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων: «Ἐκεῖνο πού δέν ἐπέτυχον τότε αἱ σκοτειναί δυνάμεις διά τοῦ πρ. Φλωρίνης Χρυσοστόμου, τό ἐπέτυχον εἰς τάς ἡμέρας μας διά τῶν πρακτόρων καί ὀργάνων τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ οἰκουμενισμοῦ ἀδελφῶν Τσακίρογλου, Δημ. Κάτσουρα, Βασ. Σακκᾶ. Τί ἐπέτυχον; Νά μετατρέψουν τάς ἱστορικάς Μονάς τοῦ Ἀγῶνος μας, τά Κάστρα αὐτά τῆς Ὀρθοδοξίας, εἰς «προτεκτοράτα» καί Κέντρα τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ καί νεοημερολογιτικοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Καί ὕστερα «ἀποροῦν» τινές, διατί τούς ἀπεκηρύξαμεν». 5) ‘Επί τῆς διατυπώσεως «αἱ ‘Εκκλησίαι μας»: Οὔτε αὐτή ἡ διατύπωσις εἶναι ὀρθή. Ὀρθοδόξως δέν δυνάμεθα νά εἴπωμεν «αἱ ἐκκλησίαι ἡμῶν», διότι δυνατόν νά ἐκληφθῆ προτεσταντικῶς, διότι «ΜΙΑ» εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ Γνησία Ὀρθόδοξος, οἱ δέ ἀποσκιρτήσαντες αὐτῆς δέν εἶναι Ἐκκλησίαι, ἀλλά σχίσματα, τά δέ σχίσματα εἶναι «συναγωγαί πονηρευομένων». 6) ‘Επί τοῦ ὅρου «παράταξις»; «Πολύ ἐχρησιμοποιεῖτο παλαιότερον ὁ ὅρος «παράταξις», ἀλλά οὗτος ἦτο τῆς γραφίδος τοῦ π. Εὐγενίου Τόμπρου. Εἰς τήν ἐπιστολήν μου τοῦ 1976 πρός τόν τότε Κορινθίας Κάλλιστο, ἐκφράζω τήν διαφωνίαν μου εἰς τήν χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ ὅρου, ὡς μή ὀρθοῦ ἐκκλησιολογικῶς. Δέν πρόκειται περί παρατάξεων, ἀλλά περί τῆς Ἐκκλησίας ἀφ' ἑνός καί σχισμάτων ἀφ' ἑτέρου. Πᾶσα ἄλλη ἐκδοχή ἐκφράζει παλαιοημερολογιτικόν Οἰκουμενισμόν καί «δεκατριμερισμόν». Παραθέτομεν καί τήν προμετωπίδα τῆς Ἐγκυκλίου ἡ ὁποία ἐκφράζει τό ὁμολογιακόν φρόνημα τῆς τότε Ἱερᾶς Συνόδου καί τήν ἀποφασιστικότητά των νά διαφυλάξουν «ἀκαινοτομήτως καί ἀμειώτως» τούς θεσμούς τῶν Ἁγίων Πατέρων, καί νά καταδικάσουν καί ἀναθεματίσουν πᾶν ὅ,τι καταδικάζει καί ἀναθεματίζει ἡ ‘Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ: Πρῶτον: Τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «…Ἡμεῖς τῆ ἀρχαία θεσμοθεσία της Καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐπακολουθοῦμεν, ἡμεῖς τούς θεσμούς τῶν Πατέρων φυλάττομεν, ἡμεῖς τούς προσθέτοντας τι ἤ ἀφαιροῦντας ἐκ τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας ἀναθεματίζομεν» καί Δεύτερον: Τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πανορθοδόξου Συνόδου τοῦ 1848: «Πρός τούς ἁπανταχοῦ Ὀρθοδόξους. Κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας ἥν παρελάβομεν ἄδολον παρά τηλικούτων ἀνδρῶν, ἀποστρεφόμενοι πάντα νεωτερισμόν, ὡς ὑπαγόρευμα τοῦ Διαβόλου. Ὁ δεχόμενος νεωτερισμόν κατελέγχει ἐλλιπῆ τήν κεκηρυγμένην Ὀρθόδοξον πίστιν, ἀλλ' αὕτη μή ἐπιδεχομένη μήτε μείωσιν, μήτε αὔξησιν, μήτε ἀλλοίωσιν, ἥν τινα οὗν καί ὁ τολμῶν ἤ πρᾶξαι ἤ συμβουλεῦσαι ἤ διανοηθῆναι τοῦτο, ἤδη ἠρνήθη τήν πίστιν τοῦ Χριστοῦ, ἤδη ἑκουσίως καθυπεβλήθη εἰς τό αἰώνιον ἀνάθεμα, διά τό βλασφημῆσαι εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, ὡς τάχα μή ἀρτίως λαλῆσαν ἐν ταῖς Γραφαῖς καί Οἰκουμενικαῖς Συνόδοι ... Ἅπαντες οὗν οἱ νεωτερίζοντες ἤ αἱρέσει ἤ σχίσματι, ἑκουσίως ἐνεδύθησαν κατάραν ὡς ἱμάτιον, κἄν τε Πάπαι, κἄν τε Πατριάρχαι, κἄν τε λαϊκοί, κἄν τε κληρικοί, κἄν Ἅγγελος ἐξ οὐρανοῦ. + ΑΝΘΙΜΟΣ Ἐλέω Θεοῦ Ἀρχεπίσκοπος Κων/λεως Νέας Ρώμης καί Οἰκουμενικός Πατριάρχης. ΙΕΡΟΘΕΟΣ Ἐλέω Θεοῦ Πάπας καί Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας καί πάσης γῆς Αἰγύπτου. ΜΕΘΟΔΙΟΣ Ἐλέω Θεοῦ Πατριάρχης Ἀντιοχείας. ΚΥΡΙΛΛΟΣ Ἐλέω Θεοῦ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων καί αἱ περί αὐτούς Ἱεραί Σύνοδοι» Ἀκολουθεῖ ἡ Ποιμαντορική Ἐγκύκλιος τοῦ 1954, τῆς ὁποίας τήν μελέτην συνιστῶμεν εἰς ἅπαντας τούς ὀρθοδόξους χριστιανούς: ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΗ
ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ
ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΓΟΧ ΕΛΛΑΔΟΣ Πρός
Τό εὐσεβέστατον τῆς ἐν Ἑλλάδι καί ἀλλαχοῦ Πλήρωμα τῆς Ἁγίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἀθῆναι 15 Σεπτεμβρίου 1954
Πανοσιώτατοι Ἱερομόναχοι. Αἰδεσιμώτατοι Ἱερεῖς, ὁσιώτατοι Μοναχοί, εὐλαβέστατοι Ἐκκλησιαστικοί Ἐπίτροποι καί εὐσεβέστατοι Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί. Τέκνα ἡμῶν ἐν Κυρίω ἀγαπητά και περιπόθητα. Χάρις Ὑμῖν καί εἰρήνη καί ἔλεος τῆς Ἁγίας καί Ὁμοουσίου καί Ἀδιαιρέτου Τριάδος, εἴη μεθ' ἁπάντων Ὑμῶν. Ἀμήν. Τέκνα ἐν Κυρίω ἀγαπητά, Ὁ Θεάνθρωπος Κύριος ἡμῶν διδάσκει: «Προσέχετε ἀπό τῶν ψευδοπροφητῶν, οἴτινες ἔρχονται πρός ὑμᾶς ἐν ἐνδύμασι προβάτων, ἔσωθεν δέ εἶναι λύκοι ἅρπαγες. Ἀπό τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς». Ὁ κατά κλῆσιν Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν οὐρανοβάμων Παῦλος φθέγγεται: «Ὡς τέκνα φωτός περιπατεῖτε ἐν πάση ἀγαθωσύνη καί δικαιοσύνη δοκιμάζοντες τί τό θέλημα τοῦ Κυρίου καί εὐάρεστον» καί: «Βλέπετε πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε, μή ὡς ἄσοφοι ἀλλ' ὡς σοφοί ἐξαγοραζόμενοι τόν καιρόν ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσί» καί: «Στήκετε και κρατεῖτε τάς παραδόσεις, ἅς ἐδιδάχθητε εἴτε διά λόγου εἴτε δι' ἐπιστολῆς ἡμῶν» καί: «εἴ τις εὐαγγελίζεται ὑμῖν παρ' ὄ παρελάβετε καί παρ' ὅ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, κἄν ἡμεῖς, κἄν Ἅγγελος ἐξ οὐρανοῦ, ἀνάθεμα ἔστω». Καί ἐξακολουθῶν τό σκεῦος τῆς ἐκλογῆς τοῦ Κυρίου ὁ Θεῖος Παῦλος προφητεύει: «Ἐγένοντο δέ καί ψευδοπροφῆται ἐν τῶ λαῶ ὡς καί ἐν ὑμῖν ἔσονται ψευδοδιδάσκαλοι, οἴτινες παρεισάξουσιν αἱρέσεις, ἀπωλείας καί τόν ἀγοράσαντα αὐτούς Δεσπότην ἀρνούμενοι ἐπάγοντες ἑαυτοῖς ταχινήν ἀπώλειαν· καί πολλοί ἐξακολουθήσουσιν αὐτῶν ταῖς ἀπωλείαις, δι' οὕς ἡ ὁδός τῆς ἀληθείας βλασφημηθήσεται». Και αὖθις ὁ Κύριος καί Διδάσκαλος ἡμῶν ἐπιτονίζει: «Βλέπετε, μή πλανηθῆτε, πολλοί γάρ ἐλεύσονται ἐπί τῶ ὀνόματί μου λέγοντες ὅτι ἐγώ εἰμι ὁ Χριστός, μή οὖν πορευθῆτε ὀπίσω αὐτῶν, ἐκ τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς». Εἰς τάς Πράξεις τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ἀναγινώσκομεν: «Καί ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα, τοῦ ἀποσπᾶν τούς μαθητάς ὀπίσω αὐτῶν». Καί ἐν τῶ Ἱερῶ Εὐαγγελίω γέγραπται: «Οἱ ψευδοδιδάσκαλοι οὗτοι ἐξ ἡμῶν μέν ἦλθον, ἀλλ' οὐκ ἦσαν ἐξ ἡμῶν, εἰ γάρ ἦσαν ἐξ ἡμῶν μεμενήκασιν ἄν μεθ' ἡμῶν». Οἱ οὐράνιοι λόγοι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ οὐρανοβάμονος Παύλου καί τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου, τέκνα ἡμῶν ἐν Κυρίω ἀγαπητά, δέν ἐλέχθησαν, δέν ἐγράφησαν περιστατικῶς διά τήν ἐποχήν ἐκείνην. Οἱ λόγοι οὗτοι εἶναι κήρυγμα προφητικόν καί διδακτικόν διά τούς αἰῶνας, δι' ὅλον τόν βίον τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας. Ψευδοπροφῆται καί ψευδοδιδάσκαλοι ὑπάρχουσι πάντοτε. Ποθοῦντες τήν κάλυψιν τῶν ρηγμάτων, τήν ἄρσιν τῶν σχισμάτων, καί ἐπιδιώκοντες τήν εἰρήνευσιν καί τήν ἕνωσιν τῶν διασπασθέντων Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, ἴνα ἡνωμένοι καί ἀδελφωμένοι ἀντιμετωπίσωμεν τόν ἀναμολόγητον διωγμόν, ἐξαπελύσαμεν τήν ἀπό 1ης Ἰουνίου 1954 Ἐγκύκλιον, διά τῆς ὁποίας παρεκαλοῦμεν τόν πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομον νά πράξη κατά τό Ἱερόν καθῆκον Του καί κατά τά ἐντάλματα τῶν θείων καί ἱερῶν Κανόνων πρός ἀποκατάστασιν τῆς Ἑνότητος ἐν τῆ Ἐκκλησία τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, τῆ βαλλομένη πανταχόθεν ὑπό τῶν ποικιλωνύμων ἐχθρῶν Αὐτῆς, ἅμα δέ καί τῆς Ἑνότητος ὁλοκλήρου τοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανικοῦ κόσμου τοῦ ἀνά τήν Οἰκουμένην, ἐπί τῶ ἁγίω τέλει τῆς ἐξαλείψεως τοῦ σχίσματος ἐκ τῶν κόλπων τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν, ὅπερ καί σοβαράς ζημίας εἰς τόν ἱερόν τῆς Ὀρθοδοξίας ἀγῶνα ἐπέφερε καί σάλον μέγαν εἰς τάς τάξεις τῶν Ὀρθοδόξων ἥγειρε καί καταστροφήν τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν ἀγῶνος ἐπήνεγκεν, ἀνασταλείσης τῆς προόδου καί συσσωρευθέντων συντριμμάτων καί ἐρειπίων. Ἀλλά, τέκνα ἡμῶν ἐν Κυρίω ἀγαπητά καί περιπόθητα, εἰς μάτην αἱ προσπάθειαι ἡμῶν. Τό πνεῦμα τοῦ Ἑωσφόρου ἐπεκράτησεν. Καί ὁ πρ. Φλωρίνης Κύριος Χρυσοστόμος ἀπήντησε διά τῆς ἀπό 15 Ἰουλίου 1954 ἐγκυκλίου Του κρατῶν τήν θρυαλλίδα, ἀφρίζων καί μαινόμενος, κηρύττων τόν πόλεμον, τόν διχασμόν καί τό ἀγεφύρωτον τοῦ χάσματος. Ἡ ἐγκύκλιος αὕτη διέλυσε πλέον πᾶσαν ἐλπίδα ἡμῶν. Ἡμεῖς εὐχόμενοι ὅπως ὁ Κύριος γένηται ἴλεως τῶ ἐμπρηστῆ πρ. Φλωρίνης, συνέχοντες τήν ὀδύνην τῆς ψυχῆς ἡμῶν, προχωροῦμεν πλέον μέ τά ὅπλα τῆς Πίστεως ἀκλόνητοι καί ἀτρόμητοι εἰς τόν Ἀγῶνα ἀντιμετωπίζοντες συγχρόνως καί τήν Σχισματικήν Ἐκκλησίαν τοῦ Σπυρίδωνος καί τόν πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομον. Τέκνα ἐν Κυρίω ἀγαπητά, Δέν εἶναι ἡ πρώτη φορά κατά τήν ὁποίαν ὁ πρ. Φλωρίνης ἀποκρούει τήν τεινομένην χεῖρα τῆς Ἑνώσεως πρός δόξαν τῆς Ὀρθοδοξίας. Καί πρό ἐτῶν δεκαεπτά, κατά τό 1937 παρεκαλέσαμεν τόν πρ. Φλωρίνης νά δεχθῆ τούς ὅρους τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἐπέλθη ἡ ποθητή Ἕνωσις πρός δόξαν Θεοῦ, σωτηρίαν τῶν πιστῶν καί πρόοδον καί ἐπικράτησιν τοῦ Ἱεροῦ ἡμῶν Ἀγῶνος. Ἀλλ' ὁ Ἀρχιερεύς οὗτος, ἀτυχῶς ἐκπεσών, ἠρνήθη, ἠρνεῖτο πάντοτε καί ἀρνεῖται πεισμόνως, ἀλλά καί ἐν ἐπιγνώσει διά λόγους μυχίους, οὕς οἷδε Κύριος. Ἀρνεῖται νά προσέλθη εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν, δέν ἔχει σκοπόν, δέν θέλει τήν καταπολέμησιν τοῦ σχίσματος τοῦ ἐκ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ Παπικοῦ Ἡμερολογίου προελθόντος, ἀλλ' εἶναι τεταγμένος πρός διάλυσιν τοῦ Ἱεροῦ ἡμῶν Ἀγῶνος, ὠθούμενος ἀπό ταπεινά πάθη καί δέσμιος τῆς προσπαθείας του πρός ἱκανοποίησιν προσωπικῶν πόθων. Καί προχωροῦντες πλέον εἰς ἀνοικτόν ἀγῶνα ἔχομεν καθῆκον νά σχίσωμεν τήν προσωπίδα καί νά ἀποκαλύψωμεν τόν ἄνδρα ἐπί τῆ βάσει κειμένων καί ἱστορικῶν γεγονότων. Εἶναι ἐπιτακτικόν τό καθῆκον ἡμῶν τοῦτο, καίτοι λυπούμεθα ἀπό βάθους ψυχῆς, διότι πρέπει νά διαφωτίσωμεν ἴνα μή πλανηθῆ κανείς ἐκ τῶν διαφόρων ψευδῶν, τῶν ἀπατηλῶν τεχνασμάτων, πανούργων σοφιστειῶν καί στρεψοδίκων δικαιολογιῶν. ΛΟΙΠΟΝ
«ΓΕΝΝΗΘΗΤΩ ΦΩΣ»
Οἱ ὑπογεγραμμένοι Ἀρχιερεῖς, παρακαλοῦμεν πάντας ὅπως διεξέλθωσι μετά προσοχῆς καί ὑπομονῆς τήν Ποιμαντορικήν καί Πατρικήν ταύτην ἐγκύκλιον ἡμῶν, ἴνα πάντες ἐννοήσωσι καλῶς: 1) Ποῖα τά ἐλατήρια τά παρακινήσαντα τόν πρ. Φλωρίνης Κύριον Χρυσοστόμον Καβουρίδην νά προσέλθη εἰς τόν ἱερόν τῆς Ὀρθοδοξίας ἀγῶνα. 2) Διά τίνας λόγους ὁ πρ. Φλωρίνης ἀποπτύσας πάντα χαλινόν ἠθικοῦ συναισθήματος κατ' ἐξακολούθησιν ἐπιρρίπτει εἰς Ἡμᾶς τήν εὐθύνην τοῦ Σχίσματος τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας μέ τήν μοναδικήν δικαιολογίαν ὅτι ἡμεῖς διεπράξαμεν τό τρομερόν ἔγκλημα ὅτι πρός προαγωγήν τοῦ Ἱεροῦ ἡμῶν Ἀγῶνος προέβημεν εἰς χειροτονίας νέων Ἐπισκόπων. 3) Διά τίνας λόγους καί ποίους σκοπούς ὁ πρ. Φλωρίνης ἀποκρούει μετά πείσματος ἑωσφορικοῦ τήν ἕνωσιν μεθ' ἡμῶν, διά νά θολώνη δέ τά νερά καί νά παραπλανᾶ τόν λαόν ἀντιστρέφει καί διαστρέφει τά γεγονότα καί κρατῶν κλάδον ἐλαίας πρός εἰρήνευσιν λέγει καί γράφει ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα οἱ αἴτιοι τοῦ διχασμοῦ καί οὐχί αὐτός!!! Ἀλλ' ἐπί τέλους τυφλωθείς ὑπό τοῦ πάθους ἀπέσπασε μόνος τό προσωπεῖον, κατέπεσεν ἡ Αὐλαία καί ἐνεφανίσθη ὁ πρ. Φλωρίνης οἷος πράγματι εἶναι! Καί θά ἀφήσωμεν πλέον τά γεγονότα νά ὁμιλήσωσι καταβοῶντα, ἀποκαλύπτοντα καί καταδικάζοντα. Α´.
ΠΩΣ ΕΞΗΛΘΕΝ Ο πρ. ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ
Ὁ πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης ἐξῆλθεν εἰς τόν Ἱερόν Ἀγῶνα ὑπέρ τῶν παραδόσεων τῆς Ὀρθοδοξίας, οὐχί πυρπολούμενος ἀπό Πίστεως, ἀλλά ἕνεκα λόγων ἐμπαθείας, φθόνου καί ἐκδικήσεως πρός τόν τότε Ἀρχιεπίσκοπον Χρυσόστομον Παπαδόπουλον, ὁ ὁποῖος ἠρνήθη νά τόν προαγάγη εἰς Πρόεδρον τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας ἤ Ἀρχιεπίσκοπον Πειραιῶς ὅπως ἐπιμόνως καί ἐκβιαστικῶς ἀπήτει καί ἐπεδίωκεν. Καί πράγματι ὁ πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος ὁ ἐμφανιζόμενος ὡς ὑπέρμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας, Ἀρχιερεύς ὑπάρχων τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας καί Συνοδικός, ἐκάθηρεν Ὀρθοδόξους ἱερεῖς, ἀποκαλέσας τόν παλαιοημερολογιτισμόν καρκίνωμα καί χαίνουσαν πληγήν (καταβοῶσι τά πρακτικά τῆς κακοδόξου Συνόδου). Καί τέλος ἀπεφάσισε καί ἐξῆλθεν εἰς τόν ἱερόν Ἀγῶνα παραπλανηθείς καί πιστεύσας ὅτι ἐπίκειται ἡ πτῶσις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου καί θά ἀνέλθη εἰς τήν θέσιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Αὐτός, παροτρυνόμενος ὑπό διαφόρων πολιτικῶν προσώπων καί ὑπό τοῦ τότε Συμβουλίου τῆς Ἑλληνικῆς Θρησκευτικῆς Κοινότητος. Β´
Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ 1935, ΑΙ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑΙ ΤΩΝ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ, ΑΙ
ΑΝΑΚΡΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΑΚΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΙΡΕΣΙΣ ΤΗΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ
Κατά τό ἱστορικόν διά τήν Ὀρθοδοξίαν ἔτος 1935 οἱ Ἀρχιερεῖς Δημητριάδος Γερμανός, Φλωρίνης Χρυσοστόμος καί Ζακύνθου Χρυσόστομος, Ἀρχιερεῖς τῆς ἐπισήμου Ἐκκλησίας λαβόντες τήν Ἀρχιερωσύνην κατά τό Ἰουλιανόν Ἡμερολόγιον, ὑψώνουσι τήν σημαίαν τῆς Ὀρθοδοξίας ἀποκηρύσσοντες τήν ἀποστάτιδα Ἐκκλησίαν. Καί εἰς τόν ἱερόν ναόν Ἁγίου Κωνσταντίνου Κολωνοῦ ἐνώπιον χιλιάδων πιστοῦ ὀρθοδόξου λαοῦ ποιοῦνται τήν ὁμολογίαν των καί βροντοφωνοῦσι τό Διάγγελμά των πρός τόν Ὀρθόδοξον Ἑλληνικόν Λαόν καί Κλῆρον. Διά τῆς ὁμολογίας καί τοῦ διαγγέλματός των οἱ τρεῖς οὗτοι Ἀρχιερεῖς κατέστησαν ἑαυτούς Κανονικούς Ἀρχιερεῖς τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν συμφώνως πρός τάς διατάξεις τῶν ἱερῶν Κανόνων περί Σχίσματος, καθόσον εἶχον τήν Ἀρχιερωσύνην ἀπό τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου. Καί μετά τό κίνημα τοῦτο τῆς συμπήξεως τῆς Ἐκκλησίας τῶν Γ.Ο.Χ. ἀνῆλθον οἱ Ἀρχιερεῖς εἰς τήν ἱεράν Μονήν Κερατέας καί ἡ πρώτη πρᾶξις Των ὡς ἀνεξαρτήτου Ἐκκλησίας ἦτο ἀφ' ἑνός μέν ἡ ὑπό τῶν δύο χειροθεσία τοῦ Μητροπολίτου Ζακύνθου Χρυσοστόμου, ὁ ὁποῖος εἶχε χειροτονηθῆ ὑπό τό κράτος τοῦ νέου ἑορτολογίου καί ἀφ' ἑτέρου αἱ χειροτονίαι τεσσάρων νέων ἐπισκόπων τῶν Μεγαρίδος Χριστοφόρου Χατζῆ, Διαυλείας Πολυκάρκου Λιώση, Κυκλάδων Γερμανοῦ Βαρυκοπούλου καί Βρεσθένης Ματθαίου Καρπαθάκη. Μετά τάς χειροτονίας ἤρχισαν αἱ ἀνακρίσεις, αἱ ἀπομονώσεις καί ὁ διωγμός. Δέν ὑπῆρχε ἀπόθεμα πίστεως, ἐπῆλθε κλονισμός καί αἱ ἀρνήσεις τῆς ἱστορικῆς ὁμολογίας. Ἔναντι τῆς προδοσίας καί τῆς ἀρνήσεως ἐστάθησαν ὄρθιοι, ἀκέραιοι καί εὐθυτενεῖς καί ἀπεκήρυξαν καί τήν προδοσίαν καί τούς προδότας: 1) Ἡ Ἑλληνική Θρησκευτική Κοινότης, ἡ ὁποία ἐστάθη στῦλος ἀκλόνητος τῆς Ὀρθοδοξίας καί εἰς τήν ὁποίαν ἀνήκει πᾶσα δόξα καί τιμή. Εἴη εὐλογημένον τό ὄνομα τῆς Κοινότητος τῶν Ὀρθοδόξων, καί 2) Οἱ δύο ἐπίσκοποι Κυκλάδων Γερμανός καί Βρεσθένης Ματθαῖος κατά τό ἔτος 1937. Οἱ ἀρνηταί τῆς ὁμολογίας των ἐν τῆ ἀρνήσει των διεκήρυξαν ὅτι τά Μυστήρια τῆς κακοδόξου ἐκκλησίας δέν εἶναι ἄκυρα μέχρις ὅτου συνέλθη μία Σύνοδος καί τήν κηρύξη Σχισματικήν, κατ' ἀκολουθίαν μέχρι τότε αἱ ἀποφάσεις τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι κανονικαί. Τά συμπεράσματα τῆς γνώμης ταύτης εἶναι ὁλοφάνερα: α) Εἶναι περιττός καί μάταιος ὁ ἀγών, β) Αἱ καθαιρέσεις αἱ γενόμεναι ὑπό τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι ἐγκυρόταται και κανονικώταται, γ) Ἀθετοῦνται αἱ τέσσαρες Πανορθόδοξοι Σύνοδοι, αἴτινες κατεδίκασαν τό Παπικόν ἑορτολόγιον, καί τάς ὁποίας Συνόδους οἱ τρεῖς Ἀρχιερεῖς εἶχον ἐπικαλεσθῆ εἰς τό Διάγγελμά των τοῦ 1935. Γ´
ΑΙ ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΑΡΝΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΚΟΔΟΞΙΑΙ
Ἡ σειρά ἀρνήσεων, ἀσυνεπειῶν καί κακοδοξιῶν ἐκτίθενται μέ ἀντικειμενικότητα καί σαφήνειαν εἰς τήν ἱστορικήν Ἐγκύκλιον τοῦ Κυροῦ Βρεσθένης Ματθαίου τῆς 1ης Ὀκτωβρίου 1947 καί παραθέτομεν ἐνταῦθα πιστήν ἀντιγραφήν. Ἐν αὐτῆ διακηρύσσει ὁ ἀοίδιμος κυρός Ματθαῖος τούς λόγους τούς ἐπιβαλόντας τόν χωρισμόν: «Καθαρῶς λόγοι πίστεως, προσφιλῆ ἐν Χριστῶ, τέκνα καί ἀδελφοί, μᾶς ἐπέβαλον νά χωρισθῶμεν ἀπό τούτων καί οὐχί ἄλλοι, προσωπικοί ἤ συμφέροντος, ὡς καθ' ἡμῶν κατηγοροῦσιν. Διά μέν τόν θανόντα Δημητριάδος, δέν εἶναι ἀνάγκη νά ἀναγραφῶσι, διότι ὁ ἀποθανών δεδικαίωται ἀπό τῆς ἁμαρτίας. Ὅμως, τονίζομεν, ὅτι ὅλοι οἱ λόγοι καί οἱ φόβοι μας δι' αὐτόν ἐπηλήθευσαν ὡς τοὐλάχιστον ἀπέδειξε καί ἡ τελευτή του, ἥτις συνέβη κακοδόξως, τῆς κηδείας του τελεσθείσης ὑπό τῆς κακοδόξου Μητροπόλεως Ἀθηνῶν καί διά κακοδόξων ἱερέων. Ὡς πρός τόν πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομον, ριζικωτέρα εἶναι ἡ διαφορά. Κατά τό θέρος τοῦ 1937, εἰς ἀπάντησίν του πρός τόν ὁσιώτατον μοναχόν Μᾶρκον Χανιώτην, ἔγραφεν ὅτι, ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος δέν εἶναι σχισματική, ὅτι δέν ἔχει τό δικαίωμα νά τήν κηρύξη τοιαύτην καί, ὅτι τό μῦρον τό παρά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου τελεσθέν μετά τήν καινοτομίαν, δηλαδή, μετά τήν ἐφαρμογήν τοῦ νέου ἡμερολογίου, ἔχει τήν ἁγιαστικήν χάριν, τά δέ παιδία τῶν νεοημερολογιτῶν δέν πρέπει νά μυρώνωνται, ἀκόμη δέ ὅτι δέν δύναται νά ἔλθη εἰς ἀντίθεσιν μέ τάς ἄλλας νεοημερολογιτικάς καί παλαιοημερολογιτικάς Ἐκκλησίας, αἱ ὁποῖαι ἀναγνωρίζουσι τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος ὡς κανονικήν, ἐπί πλέον δέ ὅτι μετά τό Σχῖσμα κατ' οὐδέν ἐμειώθη ἡ ἁγιαστική χάρις τοῦ μύρου τοῦ τελεσθέντος παρά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Τά αὐτά περίπου ὁ ἴδιος ἔγραφε κατά τήν 17ην Ὀκτωβρίου 1937 πρός τό Διοικητικόν Συμβούλιον τῆς Κοινότητος τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Θεσσαλονίκης, ὅτι δηλαδή θεωρεῖ καταφρόνησιν τῶν Ἱερῶν Κανόνων ἐάν κηρύξη τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος σχισματικήν καταδικάζων οὕτω εἰς τόν πνευματικόν θάνατον 5 ἑκατομμύρια Ἕλληνας ἀδελφούς του, οἴτινες, καλῆ τῆ πίστει, ἀκολουθοῦν τό νέον ἡμερολόγιον, καί νά ἔλθη οὕτως εἰς ἀντίθεσιν μέ τάς ἄλλας Ἐκκλησίας». Τήν 15 Ἰανουαρίου 1938 ἔγραφε πρός τόν τότε Ὑπουργόν τῶν Θρησκευμάτων κ. Γεωργακόπουλον, ὑποβάλλων ἐπί τούτω ἔγγραφον: «Νά ἀναγνωρισθῶσιν αἱ χειροτονίαι τῶν ἐπισκόπων Χατζῆ καί Λιώση ὡς ἔγκυροι καί νά τεθῶσιν οὗτοι εἰς τήν διάθεσιν τῆς Ἐκκλησίας, ὁ δέ Γερμανός Βαρυκόπουλος καί ὁ Ματθαῖος Ἁγιορείτης νά καταστῶσιν ὑπόδικοι ἐνώπιον τῆς Δ. Συνόδου τῆς ἐπισήμου (κακοδόξου) Ἐκκλησίας δι' ὅσα ἔγραψαν καί ἐδημοσίευσαν ἐξ ἀκρισίας, τόσον ἐναντίον Αὐτῆς, ὅσον καί αὐτῶν». Συνεχίζων γράφει: «Νά καταστῆ ὑποχρεωτική δι' ἡμᾶς καί τήν Ἱεραρχίαν ὅλην ἡ περί ἡμερολογίου ἀπόφασις τῆς Προσυνόδου, οἱαδήποτε καί ἄν εἶναι αὕτη, καί νά τεθῆ ἀμέσως εἰς ἐφαρμογήν, δηλαδή, ἄν ἀποφασίση ἡ Προσύνοδος νά ἀκολουθήσωμεν τό νέον ἡμερολόγιον νά τό ἀκολουθήσωμεν» (βλέπε βιβλίον «Νομοκανονικαί Ἐνασχολήσεις» Δημητρίου Πετρακάκου Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου τῆς κακοδόξου Συνόδου, σελίς 285). Ἐν ἔτει 1940, ἐνώπιον τεσσαράκοντα προσώπων ἐξ ἀμφοτέρων τῶν παρατάξεων, εἰς τήν ἐν Ψυχικῶ οἰκίαν τοῦ κ. Βασιλείου Κηρύκου, ὡμολόγησεν, ὅτι «ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἐφ' ὅσον δέν συνῆλθεν Οἰκουμενική ἤ Πανορθόδοξος Σύνοδος, ἴνα τήν κηρύξη σχισματικήν, δέν δυνάμεθα νά τήν εἴπωμεν σχισματικήν. Τά μυστήριά της εἶναι ἔγκυρα. Τό μύρον της ἔχει ἁγιαστικήν χάριν καί ὅτι τά παιδία τῶν νεοημερολογιτῶν δέν πρέπει νά μυρώνωνται. Τό αὐτό ἔτος ἐφεῦρε τό δυνάμει καί ἐνεργεία, δηλαδή, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῶν νεοημερολογιτῶν εἶναι δυνάμει μόνον σχισματική, οὐχί δέ καί ἐνεργεία». Τήν σοφιστείαν ταύτην, ἐφεῦρε διότι προσκληθείς ὑπό τοῦ τότε Ἀστυνομικοῦ Διευθυντοῦ κ. Ι. Βαβούρη, ἤκουσε παρά τούτου ὅτι ἡ κακόδοξος Ἐκκλησία ἦτο ἀποφασισμένη καί ἐπέμενεν, ἐφαρμόζουσα τήν ἀπόφασίν της, νά στείλη εἰς ἐξορίαν ὅλους τούς Ἀρχιερεῖς. Δειλιάσας τότε ὑπανεχώρησε, μέ μόνον σκοπόν ὅπως ἱκανοποιήση τήν κακόδοξον Ἐκκλησίαν καί ἐπηρεάση ταύτην, ἴνα ἀναστείλη τήν περί ἐξορίας τῶν Ἀρχιερέων ἀπόφασιν. Διά τῆς τοιαύτης ὅμως συμπεριφορᾶς ἠγνόησε καί ἠρνήθη τά μόλις πρό ὀλίγου ὁμολογηθέντα. Τήν 1ην Ἰουνίου 1944 εἰς τήν Ποιμαντορικήν ἐγκύκλιόν του πρός ἅπαν τό Χριστεπώνυμον πλήρωμα, γράφει: «Ταμιοῦχος τῆς Θείας χάριτος εἶναι ἡ κακόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ὡς προικισθεῖσα ἀπό τήν ὅλην Ἐκκλησίαν, καί ὄχι ὡρισμένος ἀριθμός Κληρικῶν καί λαϊκῶν ἀποσπώμενος διά λόγους διαφωνίας, δι' ἰάσιμόν τι ἐκκλησιαστικόν ζήτημα (ὡς τό ἡμερολόγιον) καί ὅτι οἱ τοιαῦτα πράττοντες εἶναι Προτεστάνται ἤ παρασυνάγωγοι. Ὅτι ἡμεῖς ἀσεβοῦμεν καί εἴμεθα ἱερόσυλοι ὄχι μόνον πρός αὐτήν τήν θείαν ὑπόστασιν τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί πρός τήν ἱερότητα τῶν Μυστηρίων, ἐπειδή ἀποκαλοῦμεν τήν κακόδοξον Ἐκκλησίαν σχισματικήν καί μή ἔχουσαν οὐδεμίαν χάριν». Περαιτέρω γνωματεύει, ὅτι «ἡμεῖς οἱ Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι, δέν ἀποτελοῦμεν ἰδιαιτέραν καί ἀνεξάρτητον Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἐν Ἑλλάδι, διότι οὐδεμία Ἐκκλησία μᾶς ἀνεγνώρισεν ὡς τοιαύτην, ἀλλ' εἴμεθα ἐντός τῆς ἀνεγνωρισμένης Αὐτοκεφάλου Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας ὡς μία φρουρά, ἥτις φρουρεῖ τον θεσμόν τοῦ Ὀρθοδόξου ἑορτολογίου. Καί ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη καί ἀντικανονική ἡ ἰδέα, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα Ἐκκλησία». Ἐνῶ εἰς τήν ἐγκύκλιόν του γράφει «Ἐκκλησία τῶν Γ.Ο.Χ. Ἑλλάδος» (Βλέπε ἐγκύκλιον 1954). Συνεχίζων ἐκθέτει ὅτι, «κατά ταῦτα, ἡμεῖς οἱ Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι ὅσω καί ἄν παρουσιαζώμεθα κατά τό φαινόμενον ὅτι εἴμεθα Ἐκκλησία κλπ., ἀποτελοῦμεν ἐν τῆ Κανονικότητι, οὐχί ἰδιαιτέραν Ἐκκλησίαν ἐκείνης, μεθ' ἧς διεκόψαμεν, προσωρινῶς, διά λόγους Κανονικούς τήν Ἐκκλησιαστικήν ἐπικοινωνίαν, ἀλλά τήν ἀνύστακτον φρουράν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐν ὀνόματι τῆς ὁποίας συνεχίζομεν τήν ἱστορίαν αὐτῆς καί ὅστις φρονεἱ ἀντιθέτως εἶναι παρασυνάγωγος καί Προτεστάντης». Ὁμοίως, ὅτι «ἡμεῖς δέν ἔχομεν τό δικαίωμα νά μεταδώσωμεν Ὀρθόδοξον χάριν τήν ὁποίαν ὑστερούμεθα· ἐπειδή δέν ἀνήκομεν εἰς τήν Κανονικήν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος τήν μόνην ταμιοῦχον τῆς Θείας χάριτος, κατά τήν Ὀρθόδοξον ἀντίληψιν». Ἐπίσης τήν 18ην Ἰανουαρίου 1945 εἰς τήν διασάφησιν τῆς ἀνωτέρω ἐγκυκλίου γράφει: «Εἰς περίπτωσιν καθ' ἥν μία μερίς Κληρικῶν καί λαϊκῶν, διά λόγους ἐκκλησιαστικούς καί Κανονικούς, διακόπτει τήν ἐκκλησιαστικήν ἐπικοινωνίαν μετά τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς, ἀποχωριζομένη διά λόγους θρησκευτικῆς συνειδήσεως τῆς Διοικούσης Ἱεραρχίας, πηγνύει ἴδιον θυσιαστήριον ὅσω καί ἄν διά τῆς χωριστικῆς λατρείας καί τῶν ἰδίων εὐκτηρίων οἴκων καί ἰδίων λειτουργῶν φαίνεται ὅτι ἀποτελεῖ ἰδιαιτέραν Ἐκκλησίαν ἐκείνης, ἐξ ἧς ἐχωρίσθη, δέν παύει ὅμως, Κανονικῶς νά ἀνήκη αὕτη εἰς τήν αὐτήν, τήν μίαν καί ἀδιαίρετον Ἐκκλησίαν κλπ. (βλέπε σελ. 8). Εἰς δέ τήν σελίδα 11, γράφει ἐπίσης: Τό σφαλερόν τοῦ διϊσχυρισμοῦ τούτου, δηλαδή, τό ὅτι ἡμεῖς λέγομεν ἄκυρα τά μυστήρια τῶν νεοημερολογιτῶν, ἔγκειται εἰς τήν ἐσφαλμένην ἀντίληψιν, ὅτι οἱ παλαιοημερολογῖται ἔμειναν εἰς τάς Πατρίους παραδόσεις, διότι ἡ ἐκκλησία τῶν νεοημερολογιτῶν ἀπό τοῦδε ἐστερήθη τῆς Θείας χάριτος ὡς λέγουσιν οἱ παρασυνάγωγοι ἐπίσκοποι. Τοῦτο ἴσως νά συμβαίνη διά τούς ἀκολουθοῦντας τήν παρασυναγωγήν. Οἱ ἐν ἐπιγνώσει ὅμως παλαιομερολογῖται τῆς Ὀρθοδόξου παρατάξεως ἡμῶν γινώσκουσι καλῶς, ὅτι ἡ παρακολούθησις τοῦ παλαιοῦ ἑορτολογίου δέν εἶναι ἀπόρροια τοῦ ἐγκύρου ἤ ἀκύρου τῶν μυστηρίων τῶν νεοημερολογιτῶν» κλπ. Εἰς δέ τάς σελίδας 14 καί 15 τῆς αὐτῆς διασαφήσεώς του γράφει, ὅτι «πρέπει ἡμεῖς οἱ Ἐπίσκοποι νά ἐκφράσωμεν τήν λύπην μας δι' ὅσα ἐγράψαμεν τόσον ἐναντίον αὐτῶν, ὅσον καί κατά τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας, καί νά μετανοήσωμεν διότι ἐκηρύξαμεν σχισματικήν τήν κακόδοξον Ἐκκλησίαν καί ἄκυρα τά μυστήριά της». Ὁμοίως εἰς τήν ἐφημερίδα «Ἐλευθερία» τῆς 14 Νοεμβρίου 1945 δημοσιεύει, ὅτι «οὐδέποτε θά προβῆ εἰς ἐπαναστατικάς πράξεις, ὡς τούς ἄλλους Ἐπισκόπους, δηλαδή, οὐδέποτε θά χειροτονήση ἐπισκόπους, διότι δέν εἶναι Ἐκκλησία, ἀλλά φρουρά, καί διαβεβαιοῖ, ὡς πρός τοῦτο, τήν κακόδοξον Ἐκκλησίαν καί τήν Κυβέρνησιν, ὅτι κατ' οὐδένα λόγον καί ἐν οὐδεμιᾶ περιπτώσει θά προβῆ εἰς τοιαύτην ἐνέργειαν». Καί τοῦτο διότι, διεμηνύθη εἰς αὐτούς παρά τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας διά τοῦ κ. Γεωργίου Μπόγρη, τότε μοιράρχου τῆς Χωροφυλακῆς καί ὑπασπιστοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἀσφαλείας κατά τό ἔτος 1939, δηλαδή, νά μή χειροτονήσουν ἀρχιερεῖς διότι θά σταλοῦν εἰς ἐξορίαν, τοῦθ' ὅπερ καί ἀποδεχθέντες, διεβεβαίωσαν τήν κακόδοξον Ἐκκλησίαν διά τοῦ ἀνωτέρω κ. Μπόγρη ὅτι οὐδέποτε θά προβοῦν εἰς χειροτονίας ἀρχιερέων καί ἐν οὐδεμιᾶ περιπτώσει. Ὡσαύτως, εἰς τό ὑπόμνημά του διά τήν μέλλουσαν νά συνέλθη Πανορθόδοξον Σύνοδον τοῦ ἔτους 1945 παραθέτει: «Ὁ θρίαμβος δέ οὗτος τῆς Ἐκκλησίας ἐπετεύχθη διά τῆς Πανσθενουργοῦ δυνάμεως τοῦ Χριστοῦ, ὡς μέσου καί ὀργάνου χρησιμεύσαντος τοῦ Ἐξοχωτάτου Στρατάρχου Στάλιν καί τῶν ἐνδόξων αὐτοῦ συνεργατῶν πολιτικῶν τε και στρατιωτικῶν, οἴτινες μετά τοῦ Πρωθιεράρχου καί τῶν Ἱεραρχῶν τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας ἐξεπόνησαν τό σύμφωνον τῆς Πολιτείας μετά τῆς Ἐκκλησίας… «Καί αὕτη ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου». Εἰς τάς σελίδας 21, 22 καί 35 τοῦ ὑπομνήματος τούτου ἀποκαλεῖ τόν σχισματικόν Ἀρχιεπίσκοπον Παπαδόπουλον, ἀοίδιμον καί μακάριον, αὐτόν τόν σχίσαντα τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ καί ἀναθεματισμένον ἀπό τούς Ἁγίους Πατέρας, προσθέτων εἰς τάς σελίδας 22 καί 26, ὅτι εἶναι ὀρθόδοξον τέκνον τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας καί ὅτι κακῶς ἐφέρθη ἡ Μήτηρ του καί ἡ σκληρόκαρδος μητριά του Ἐκκλησία πρός αὐτόν καί τούς ἄλλους ἀρχιερεῖς πού τούς ἐκάθηρεν, καί περαιτέρω, ὅτι καί μετά τήν ἀπόσχισιν αὐτοῦ ἐκ τῆς Διαρκοῦς Συνόδου ἄφησε τήν θύραν ἀνοικτήν τῆς συνεννοήσεως μετά τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας καί συνεχίζων ἱστορεῖ ὅτι οἱ τρεῖς Ἱεράρχαι τότε Δημητριάδος, Ζακύνθου καί Φλωρίνης, κατήρτισαν Διοικητικόν Συμβούλιον καί ὄχι Ἐκκλησίαν παρ' ὅλον ὅτι ἔγραφον καί εἰς τάς ἐγκυκλίους των, τά ἔγγραφά των, καί εἰς τήν ἐφημερίδα των ὅτι εἶναι Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας, ὡς μέχρι σήμερον. Ὥστε ἄλλα λέγουν καί ἄλλα πράττουν. Εἰς δέ τήν σελίδα 31 ἀποκαλεῖ τήν Ἱ. Σύνοδον, ἀρχιερατικόν συμβούλιον, καί τόν ἀποθανόντα κακοδόξως πρόεδρόν του Δημητριάδος ἀοίδιμον καί τοῦτον, ὡς ἄν ὅλοι οἱ κακόδοξοι νά εἶναι ἀοίδιμοι. Καί κατωτέρω, εἰς τήν αὐτήν σελίδα, παραπονεῖται πρός τήν Μητέρα του κακόδοξον Ἐκκλησίαν, διότι δέν ἔπρεπε νά τόν τιμωρήση τόσον σκληρῶς, ἀλλά τοὐλάχιστον ἔπρεπε νά τόν ὑστερήση τῆς εὐλογίας καί τῆς Μυστηριακῆς ἐπικοινωνίας της, ἀποκαλῶν αὐτήν ἐπίσημον καί προϊσταμένην του ἐκκλησιαστικήν ἀρχήν, καί εἰς τήν σελ. 46 ἀποκαλεῖ ταύτην κανονικήν ἐκκλησιαστικήν του ἀρχήν ἐναντίον τῆς ὁποίας οὐδέποτε ἐπανεστάτησε. Καί τέλος, εἰς τάς σελ. 50 καί 51 γράφει, ὅτι τό κίνημα τό ὁποῖον ἔκαμε τό 1935 δέν στρέφεται ἐναντίον τῆς Μητρός του Ἐκκλησίας τῆς γαλουχησάσης αὐτόν, ἀλλά ἐναντίον προσώπων τινῶν κληρικῶν καί ὅτι δέν δύναταί τις νά διϊσχυρισθῆ ὅτι τό διάβημά του στρέφεται κατά τῆς ἐννοίας καί τοῦ κύρους τῆς Μητρός του Ἐκκλησίας, ἀλλά κατά προσώπων, οὔτε δύναται δέ νά τεθῆ ἐν ἀμφιβόλω τό κῦρος τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας. Εις τήν ἐφημερίδα του «Φωνή τῆς Ὀρθοδοξίας» κατά τήν 29ην Ἰουλίου τοῦ 1946, ὑπό τόν τίτλον «Μία παρά τήν θέλησίν μας ἀπάντησις εἰς τόν κ. Εὐγένιον Τόμπρον» ἐννοῶν τόν ἡμέτερον Πρωτοσύγκελον, ἔγραφε: «Ἅν τά μυστήρια τῶν νεοημερολογιτῶν εἶναι ἄκυρα, τότε τόσον ἡ χειροτονία του, ὅσον καί ὁ γάμος του εἶναι ἀνύπαρκτα». Ὑποστηρίζει δηλαδή, ὅτι εἶναι ἔγκυρα τά μυστήρια τῶν κακοδόξων νεοημερολογιτῶν, διά μίαν ἀκόμη φοράν. Ἐνῶ ἡμεῖς τότε εἰς τό ὑπ' ἀριθ. 24 φύλλον τῆς ἐφημερίδος μας «Κῆρυξ Γνησίων Ὀρθοδόξων» ἀπεδείξαμεν ὅτι εἶναι ἄκυρα τά μυστήρια τῶν σχισματικῶν νεοημερολογιτῶν παραμενόντων ἐν τῶ Σχίσματι, καί καθίστανται ἔγκυρα διά τοῦ μυστηρίου τῆς μετανοίας καί τῆς παραδοχῆς ἐκ μέρους τῶν πιστῶν, ὡρισμένων ὅρων τούς ὁποίους ἀπαιτεῖ ἡ Ὀρθόδοξος ἡμῶν Ἐκκλησία, ἥτις καί σαφέστατα ὁμιλεῖ πῶς πρέπει νά δεχώμεθα καί διορθώνωμεν τούς ἐρχομένους εἰς τήν Ὀρθόδοξον ἡμῶν Ἐκκλησίαν σχισματικούς. Αὐτά ἔγραφε καί ἐλάλει ὁ πρώην Φλωρίνης καί αὐτά πιστεύει ἀκόμη. Πιστεύει δηλαδή, ὅτι ἡ κακόδοξος Ἐκκλησία δέν εἶναι σχισματική, τά μυστήριά της δέν εἶναι ἄκυρα, τό μῦρον της ἔχει τήν χάριν, τά παιδία τῶν κακοδόξων δέν πρέπει νά μυρώνωνται, ὅτι εἶναι ταμιοῦχος τῆς Θείας χάριτος, ὅτι ἡμεῖς οἱ Γνήσιοι Ὀρθόδοξοι δέν εἴμεθα Ἐκκλησία ἀλλά μόνον φρουρά, ὅτι εἴμεθα τέκνα τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας, ὅτι ἡ κακόδοξος Ἐκκλησία εἶναι Μήτηρ καί Μητρυιά μας, ὅτι εἶναι προϊσταμένη μας Ἀρχή, καί ἐν τέλει, ὅτι εἴμεθα παρασυνάγωγοι, ἱερόσυλοι καί Προτεστάνται, μόνον ἐπειδή δέν ἀναγνωρίζομεν τήν κακόδοξον Ἐκκλησίαν ὡς ἔχουσαν χάριν, νόμιμον καί κανονικήν. Τοιουτοτρόπως, ὁ πρώην Φλωρίνης μᾶς παρουσιάζει ὡς τελείως κακοδόξους νεοημερολογίτας λαμβάνοντας τήν χάριν ἀπό τήν κακόδοξον Ἐκκλησίαν, ἀθετῶν οὕτω τάς Πανορθοδόξους Συνόδους τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἱερεμίου τοῦ Β´ τοῦ Τρανοῦ, τοῦ 1583, 1587, 1593 καί τοῦ Ἀνθίμου τοῦ 1848, αἴτινες κατεδίκασαν τό νέον ἡμερολόγιον, ὡς πολλάκις καί ὁ ἴδιος διεκήρυξεν καί δή ἐν τῆ ὁμολογία του τοῦ 1935. Αὐτοί λοιπόν εἶναι οἱ λόγοι διά τούς ὁποίους ἐχωρίσθημεν ἀπό τόν πρώην Φλωρίνης, λόγοι καθαρῶς Πίστεως καί οὐχί προσωπικοί ὡς μᾶς κατηγοροῦσιν. Ὡς πρός τούς ἐκπεσόντας ἐπισκόπους Χριστόφορον Χατζῆν καί Πολύκαρπον Λιώσην δέν εὑρίσκομεν σκόπιμον νά μακρηγορήσωμεν. Τοῦτο μόνον ἀρκεῖ νά γνωρίζη πᾶς τις, ὅτι ἐπί μίαν ὁλόκληρον δεκαετίαν ἀφ' ἧς ἡμέρας ἐξέπεσαν οὗτοι τῆς πρώτης των ὁμολογίας παρέμειναν καί ἐνέμειναν εἰς τήν κακοδοξίαν, ἀναγνωρίσαντες τήν κακόδοξον Ἐκκλησίαν καί ἀσπασθέντες τήν ἀπόφασιν αὐτῆς, δι' ἧς καθήροντο, ἠρνήθησαν δέ ἐγγράφως καί ἐμπράκτως τήν Ὀρθοδοξίαν. Διότι, ἐκτός τῶν ἄλλων ἀρνήσεων, ἅς ἐποιήσαντο ἐνώπιον τοῦ κακοδόξου ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου προφορικῶς καί ἐγγράφως, ἐποιήσαντο ἄρνησιν την ὁποίαν ἐδημοσίευσε τό περιοδικόν «Ἐκκλησία», ὄργανον τῆς σχισματικῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας, εἰς τό φύλλον τῆς 9ης Νοεμβρίου 1935 ὑπ' ἀριθμ. 45. Αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς: «Δήλωσις
Ὁ ὑποφαινόμενος Χριστόφορος Χατζῆς δηλῶ διά τῆς ἐνυπογράφου ταύτης
δηλώσεώς μου, ὅτι παρασυρθείς καί πλανηθείς εἰς πράξεις κατακριτέας
κατά τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας καί μετανοῶν εἰλικρινῶς, ἀποκυρύσσω πᾶν
τό φέρον τήν ὑπογραφήν μου ἔντυπον, ἤ προφορικά κηρύγματά μου καί τά
κοινοποιηθέντα διά δικαστικοῦ κλητῆρος ἐν τῆ Ἱερᾶ Συνόδω σχετικῶς πρός
τε τόν Κανονικόν καί νόμιμον καταρτισμόν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἑλλάδος
καί τήν ἁρμοδιότητα τῶν Συνοδικῶν δικαστηρίων.Ὡσαύτως ἀποκηρύσσω τάς περί διορθωμένου ἡμερολογίου δοξασίας τῶν λεγομένων παλαιοημερολογιτῶν, πιστεύων, ὅτι καί μετά τήν ὑπό τῆς Ἐκκλησίας γενομένην διόρθωσιν τοῦ ἡμερολογίου δέν διεσπάσθη ἡ ἑνότης τῆς Ὀρθοδόξου μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Δηλῶ δέ ἀνεπιφυλάκτως ὅτι, ὡς καί πρότερον, οὕτω καί ἐφεξῆς, θά ἐπιτελέσω πλήρως τό καθῆκον μου πρός τήν Μητέρα Ἐκκλησίαν καί συμφώνως πάντοτε πρός τε τάς ἀποφάσεις καί τά κελεύσματα τῆς ἐν Ἑλλάδι ἐπισήμου Ἐκκλησίας. Προσεπιδηλῶ δέ ὅτι, διά τῆς ἀποδοχῆς τοῦ διορθωμένου ἡμερολογίου οὐδόλως ἐθίγησαν τά δόγματα καί ἡ Ἱερά Παράδοσις τῆς Ἁγίας ἡμῶν Ἐκκλησίας. Ὡς πρός δέ τόν χαρακτηρισμόν Σχίσματος ἐκ τῆς ἀποδοχῆς τοῦ διορθωμένου ἡμερολογίου δηλῶ καί αὖθις ἀνεπιφυλάκτως ὅτι Σχῖσμα δέν ὑφίσταται ἐν τῆ Ἐκκλησία ἡμῶν. Ἐν Ἀθήναις τῆ 18η Ἰουλίου 1935 Ὁ
δηλῶν ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΧΑΤΖΗΣ»
Πανομοιότυπον τῆς τοιαύτης δήλωσιν, ὑπέγραψε καί ὁ Πολύκαρπος Λιώσης. Διά τήν ἀκρίβειαν τῶν ἀνωτέρω Ὁ Ἀρχιγραμματεύς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου Ἀρχ. ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ Εἰς δέ τήν ἐκδοθεῖσαν μελέτην τοῦ Δικηγόρου Ἀθηνῶν, Τίτου Α. Πετροπούλου ἐπιγραφομένην «Τό ἔγκυρον τῆς εἰς Ἐπισκόπους χειροτονίας τῶν Θεοφιλεστάτων Χριστοφόρου Χατζῆ καί Πολυκάρπου Λιώση. Συμβολή εἰς τό Κανονικόν Δίκαιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας» καί εἰς τήν σελίδα 24, εἰς ὑπόμνημά του πρός τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν γράφει ὁ Χριστόφορος Χατζῆς: «Ὑπόμνημα τοῦ Θεοφ. Χριστοφόρου Χατζῆ. Ἐν Πειραιεῖ τῆ 11η Ἰανουαρίου 1936 Πρός τόν Μακαριώτατον Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος Κύριον Χρυσόστομον, ὡς Πρόεδρον τῆς Ἱ. Συνόδου. Ἀθήνας Ἐπισταμένη καί ἐμβριθής μελέτη τῶν ἐκκλησιαστικῶν Κανόνων μέ ἤγαγεν εἰς τά κάτωθι συμπεράσματα: Παραδέχομαι ἐξ ὁλοκλήρου, ὅτι ἡ χειροτονία μου οὗσα ὑπερόριος καί ἀπολελυμένη, καλῶς ὑπό τοῦ Ἀνωτάτου Ἐκκλησιαστικοῦ δικαστηρίου ἐκηρύχθη ἄκυρος, ἐξ οὗ καί οὐδέποτε ἠξίωσα ὅτι εἶμαι Ἐπίσκοπος Μεγαρίδος…» καί ἐξακολουθῶν ἀποδεικνύει, ὅτι τό ἄκυρον δέν εἶναι καί ἀνύπαρκτον. Καί τοῦτο παρά τό δημοσίευμά του εἰς τήν «Φωνήν τῆς Ὀρθοδοξίας» τῆς 29 Ἰουλίου τοῦ 1946, ὅπου ἀποτεινόμενος πρός τόν ἡμέτερον Πρωτοσύγκελον, προσεπάθει νά ἀποδείξη ὅτι τό ἄκυρον εἶναι καί ἀνύπαρκτον. Ἐν συμπεράσματι, ἀρνοῦνται, ἐπαναρνοῦνται, φάσκουν καί ἀντιφάσκουν, ἐνῶ ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι Ἀρχιερεῖς Ὀρθόδοξοι χωρίς ν' ἀποκηρύξουν τήν κακόδοξον Ἐκκλησίαν, χωρίς καμμίαν ὁμολογίαν πραγματικήν, χωρίς κανένα Κανόνα, χωρίς καμμίαν τιμωρίαν συμφώνως τοῖς Θείοις καί ἱεροῖς Κανόσιν. Ἅν δέ λάβωμεν ὑπ' ὄψιν τούς Θείους καί ἱερούς κανόνας, καί δή τόν ΞΒ´ (62) Ἀποστολικόν, οἱ ἀνωτέρω ἐκπεσόντες Ἀρχιερεῖς, δέν ἠμποροῦν πλέον νά εἶναι Ἀρχιερεῖς, κατά τόν Κανόνα τοῦτον ὅστις λέγει ἐπί λέξει: «Εἴ τις Κληρικός διά φόβον ἀνθρώπινον, Ἰουδαίου ἤ Ἕλληνος, ἤ Αἱρετικοῦ, ἀρνήσηται, εἰ μέν τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἀποβαλλέσθω, εἰ δέ τό ὄνομα τοῦ Κληρικοῦ, καθαιρείσθω. Μετανοήσας δέ, ὡς Λαϊκός δεχθήτω» καί ὅστις κανών ἑρμηνευόμενος προστάζει, ὅτι ὅποιος Κληρικός διά φόβον ἀνθρωπίνων κολάσεων, Ἰουδαίων δηλ. ἤ Ἑλλήνων, ἤ Αἱρετικῶν, ἤθελεν ἀρνηθῆ τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ὁ τοιοῦτος ἀφοῦ μετανοήσει, ὄχι μόνον ἄς ἐκβάλληται ἀπό τήν Ἐκκλησίαν, ἀλλά καί νά στέκηται εἰς τήν τάξιν τῶν μετανοησάντων. Εἰ δέ διά φόβον ἀνθρώπινον ἤθελεν ἀρνηθῆ τό ὄνομα τοῦ Κλήρου του, ταὐτόν εἰπεῖν, πώς εἶναι ὁ δεῖνα κληρικός ἤ ἀναγνώστης δηλ. ἤ ψάλτης, ἤ ἄλλο τι, ἄς καθαίρεται μόνον ἀπό τό κληρικάτον του. Δίκαιον γάρ εἶναι νά στερηθῆ ἐκεῖνο ὅπου ἠρνήθη, καί δέν ἠθέλησε νά εἰπῆ πῶς τό ἔχει. Αφ' οὗ δέ ὁ τοιοῦτος μετανοήση, ἄς δέχηται εἰς κοινωνίαν μετά τῶν πιστῶν ὡσάν λαϊκός, ἤτοι, ἄς συμπροσεύχεται μέ τούς πιστούς.(*) Ὁ ΙΕ´ Κανών τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων ὁρίζει: «Εἴτις πρεσβύτερος ἤ διάκονος, ἤ ὅλως τοῦ καταλόγου τῶν κληρικῶν, ἀπολείψας τήν ἑαυτοῦ παροικίαν, εἰς ἑτέραν ἀπέλθη, καί παντελῶς μεταστάς, διατρίβει ἐν ἄλλη, παρά γνώμην τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου, τοῦτον κελεύομεν μηκέτι λειτουργεῖν. Εἰ μάλιστα, προσκαλουμένου αὐτόν τοῦ Ἐπισκόπου αὐτοῦ ἐπανελθεῖν, οὐχ ὑπήκουσεν, ἐπιμένων τῆ ἀταξία ὡς λαϊκός μέντοι ἐκεῖσε κοινωνείτω». Ὁ ΙΣΤ´ Κανών διακελεύει: «Εἰ δέ ὁ ἐπίσκοπος παρ' ὦ τυγχάνουσι, παρ' οὐδέν λογισάμενος τήν καθ' αὐτῶν ὁρισθεῖσαν ἀργίαν, δέξηται αὐτούς ὡς Κληρικούς, ἀφοριζέσθω, ὡς διδάσκαλος ἀταξίας». Ὁ πρ. Φλωρίνης δεξάμενος τούς ἀποστάτας μοναχούς καί καθηρημένους κληρικούς κατέστη ἔνοχος καί καθηρημένος καί ἀφωρισμένος σύμφωνα πρός τάς Ἀποστολικάς Διαταγάς. Ἐν συνεχεία καταπροδίδεται ὁ ἱερός ἀγών τῆς Ὀρθοδοξίας. Καί ἐν τῆ ποιμαντορικῆ ἐγκυκλίω ἡμῶν (τῆς 8ης Νοεμβρίου 1952, σελ. 3) βροντοφωνοῦμεν: «Ἀλλά καί ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος παραπαίει. Συμπράττει μετά προδοτῶν. Καί αὐτός ὁ ἀγωνιστής, ὡς θέλει νά πιστεύη καί νά ἰσχυρίζηται, δέν ἐδίστασεν εἰς Μυτιλήνην νά συμπροσευχθῆ μετά κακοδόξων Κληρικῶν. Καί ὅμως ὅταν ἀποκαλύπτηται ἡ προδοσία δέν ἐδίστασαν καί δέν ἠσχύνθησαν νά προβῶσιν εἰς διάψευσιν». Ἡ τραγική κωμωδία, ὁ ἐμπαιγμός τῶν θείων καί ἡ διακωμώδησις τῆς Ὀρθοδοξίας συνεχίζεται, καί αἴφνης ὁ πρ. Φλωρίνης ἐν συμφωνία μετά τῶν ἄλλων Ἐπισκόπων του, παραιτεῖται τῶν ποιμαντορικῶν των καθηκόντων!!! Καί ἀναγινώσκει ὁ λαός εἰς τήν ἐφημερίδα «Ἐλεύθερος Λόγος» (9 Νοεμβρ. 1952) ταῦτα τά ὡραῖα καί καταπληκτικά: Οἱ Μητροπολῖται τῶν Παλαιοημερολογιτῶν πρώην Φλωρίνης κ. Χρυσόστομος, Χριστιανουπόλεως κ. Χριστόφορος καί Διαυλείας κ. Πολύκαρπος, ἐξέδωκαν ἀνακοίνωσιν διά τῆς ὁποίας τονίζουν τά ἑξῆς: Μετά κοινήν σύσκεψιν καί ὁμώνυμον γνώμην τῶν Παλαιοημερολογιτῶν ὑπέβαλον τήν παραίτησίν των ἐκ τῆς ἐνασκήσεως τῶν ποιμαντορικῶν των καθηκόντων, τήν ὁποίαν καί ἐγνώρισαν καί εἰς τούς ἁρμοδίους ὑπουργούς, θά ἐξακολουθήσουν δέ ἐμμένοντες εἰς τάς ἐπί τοῦ παλαιοημερολογιτικοῦ ὡς ἄτομα καί ἄνευ οὐδεμιᾶς εὐθύνης ὑπέρ τρίτων». Ὑπάρχει καί ἡ ἐγκύκλιος τοῦ 1950 τοῦ πρ. Φλωρίνης περί δῆθεν ὁμολογίας του. Τό ἔτος 1950 ἐξαπέλυσεν ἐγκύκλιον διά τῆς ὁποίας ἀποκαλεῖ τά Μυστήρια τῆς Διοικούσης Ἐκκλησίας ἄμοιρα θείας χάριτος. Ἐάν τό ἐπίστευεν αὐτό! Ἀλλά δέν τό πιστεύει, ἀλλά τό εἶπε καί τό ἔπραξε πρός τόν ἀποκλειστικόν σκοπόν νά ἀποσπάση ἀφ' ἡμῶν Κληρικούς καί Παραρτήματα ἡμῶν καί διά νά ἐπιφέρη σάλον εἰς τάς Μονάς ἡμῶν: Ἐάν πράγματι πιστεύη εἰς ὅσα λέγει εἰς τήν ἐγκύκλιον τοῦ 1950 ὅτι τά Μυστήρια τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι ἄμοιρα θείας χάριτος, τότε εἶναι ἔνοχος ἀπό τοῦ 1937 ὅπου ἠρνήθη τό τοιοῦτον φρόνημα. Ἀλλά τότε ποῦ εἶναι ἡ μετάνοιά του καί ἐνώπιον τίνων ἐκρίθη διά τό ἁμάρτημα τοῦ 1937 ἕως καί 1950; Καί πότε θά πιστεύσωμεν ὅτι εἰλικρινῶς ἐφρόνει, τό 1937 ἤ τό 1950; Δ´
ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΦΡΟΝΗΜΑΤΑ ΤΟΥ πρ. ΦΛΩΡΙΝΗΣ
Ὁ πρ. Φλωρίνης διατείνεται ὅτι δέν ἀναμειγνύεται εἰς τήν πολιτικήν. Ἀλλά αἱ πράξεις του διαψεύδουσι τόν ἰσχυρισμόν του αὐτόν, καί ἰδού: 1) Ἐξυμνεῖ τόν Στάλιν εἰς τό ὑπόμνημά του πρός τήν μέλλουσαν νά συνέλθη Πανορθόδοξον Σύνοδον τοῦ ἔτους 1945. Γράφει λοιπόν ὁ πρ. Φλωρίνης: «Ὁ θρίαμβος δέ οὗτος τῆς ἐκκλησίας ἐπετεύχθη διά τῆς Πανσθενουργοῦ δυνάμεως τοῦ Χριστοῦ, ὡς μέσου καί ὀργάνου χρησιμεύσαντος τοῦ ἐξοχωτάτου Στρατάρχου Στάλιν καί τῶν ἐνδόξων αὐτοῦ συνεργατῶν πολιτικῶν καί στρατιωτικῶν, οἴτινες μετά τοῦ Πρωθιεράρχου καί τῶν Ἱεραρχῶν τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας ἐξεπόνησαν τό σύμφωνον τῆς Πολιτείας μετά τῆς ἐκκλησίας… καί αὕτη ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου. 2) Εἴκοσιν ἡμέρας πρό τῶν ἐκλογῶν ἐκάλεσε τόν Κλῆρον του καί τό Συμβούλιόν του καί ἠγόρευσε καί ἠγωνίσθη νά τούς πείση νά ψηφίσουν τό ἀριστερίζον κόμμα τῆς ΕΠΕΚ. Ἀντέστη ὁ ἱερομόναχος Γρηγόριος Παπαβλάχος διαμαρτυρόμενος ὅτι δέν δύνανται νά γίνουν κομμουνισταί καί ὅτι εἶναι ἀπρεπές νά ψηφίσουν τόν Πλαστήραν, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε καί ἐπέβαλε τό Παπικόν ἡμερολόγιον. Καί ὁ διαμαρτυρηθείς Παπαβλάχος ἐξεδιώχθη κακήν κακῶς ἐκ τῆς αἰθούσης. 3) Καί τώρα ὁ ἀδίστακτος καί «μή… ἀναμιγνυόμενος εἰς τήν Πολιτικήν» πρ. Φλωρίνης ἔγινε Συναγερμικός καί ὑμνεῖ εἰς ὅλους τούς τόνους τόν Στρατάρχην Πρωθυπουργόν Παπάγον. Καί τόν ἐξυμνεῖ ὡς ἔνδοξον καί δαφνοστεφνῆ. Καί ὅμως ἐπί Κυβερνήσεως Παπάγου ὁ διωγμός ἐξακολουθεῖ. Ὁποία ἀπροσμέτητος ὑπόκρισις! Ε´
Ο ΦΘΟΝΟΣ ΚΑΙ Η ΕΜΠΑΘΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΜΟΝΗΝ ΚΕΡΑΤΕΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣ ΗΜΑΣ
Ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος κατακαίεται καί πυρπολεῖται ἀπό τό μῖσος, τόν φθόνον καί τό πάθος του πρός τήν Μονήν Κερατέας καί πρός ἡμᾶς. Ὅταν ἡμεῖς καί ἡ Ἱερά ἡμῶν Μονή τῆς Κερατέας εἴμεθα ἐμπερίστατοι διωκόμενοι, συκοφαντούμενοι, δικαζόμενοι, καταδικαζόμενοι, φυλακιζόμενοι ὁ πρώην Φλωρίνης ἐξέσχισε τό προσωπεῖον καί ἐνεφανίσθη πλήρης πάθους. Γέμουσιν αἱ Ἀθηναϊκαί ἐφημερίδες (16.11.1950) καί τά περιοδικά του ἀπό τούς ἀφρούς τῆς λύσσης του ἐναντίον ἡμῶν καί τῆς Μονῆς Κερατέας. Καί ἐκινεῖτο δραστηρίως γράφων εἰς τά παραρτήματα νά ἀποκηρύξουν τήν Κερατέαν καί τά ἐγκλήματά της. Καί δέν ἡσύχαζε καί κατ' εἰσήγησίν του ὁ Ἀρσένιος Σάλτας ἐπίσκοπος Νέας Ὑόρκης δημοσιεύει εἰς «Ἀτλαντίδα» (5.1.1951) ἐναντίον ἡμῶν. Ἀλλά τοῖς ἀγαπῶσι τόν Θεόν τά πάντα εἰς ἀγαθόν συνεργεῖ. Καί εἰς τόν ψευδόλογον κατάπτυστον λίβελλον τοῦ ἐπισκόπου Ἀρσενίου, ἀτυχοῦς θύματος τοῦ ἀμετανοήτου, τοῦ ἐμπαθοῦς καί φθονεροῦ πρ. Φλωρίνης, ἀπαντᾶ φωτισμένα καί συντριπτικά, ἀποκαθιστῶν τήν ἀλήθειαν, ὁ Ἀλέξανδρος Δουρδούφης εἰς τόν «Ἐθνικόν Κήρυκα» Νέας Ὑόρκης (30 Σεπτεμβρίου 1951). Ἰδού ἡ ἀπάντησις. «Σεβασμιώτατε,
Ἔστω καί ἀργά ἀνέγνωσα εἰς τήν «Ἀτλαντίδα» τῆς 5ης Ἰανουαρίου 1951
διατριβήν σας, ὑπό τόν τίτλον «Τό Παλαιοημερολογιακόν Ζήτημα καί ἡ Μονή
Κερατέας», δι' ἧς καταφέρεσθε ἀφ' ἑνός τόσον ἐναντίον τῆς Μονῆς
Κερατέας, ὅσον καί τῶν ἰθυνόντων ταύτην, καθώς καί μερικῶν ἄλλων
ἀγωνιστῶν τῆς ἰδέας τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου.(*) Ἐπειδή πάντες οἱ
Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί ζῶμεν εἰς τόν κόσμον αὐτόν ἴνα ἐφαρμόσωμεν τήν
κληρονομηθεῖσαν παρά τοῦ Κυρίου ἡμῶν ἀλήθειαν, ἄνευ τῆς ὁποίας ἀδύνατος
ἡ ψυχική μας σωτηρία, διά τοῦτο, καί ἐπειδή διά τοῦ δημοσιεύματός σας
τούτου καταπατεῖται καί στραγγαλίζεται ἡ ἀλήθεια αὕτη πρός μεγίστην
ψυχικήν ζημίαν πολλῶν Χριστιανῶν, διά τοῦτο λέγω θά σᾶς ὁμιλήσω σήμερον
διά τῆς παρούσης μου ἐπιστολῆς ἐπί ὅλων τῶν ζητημάτων ἅτινα ἀναφέρετε
ἐν τῆ διατριβῆ σας.Σεβασμιώτατε· ἐγνωρίσατε ὑμεῖς τήν Μονήν Κερατέας; Τόν Ἀρχιεπίσκοπον Ματθαῖον; Τόν Πρωτοσύγκελον Εὐγένιον Τόμπρον; Τήν Ὁσιωτάτην Καθηγουμένην τῆ Μονῆς Κερατέας Μαριάμ; ἤ καί ἄλλα ἀκόμη πρόσωπα, ἅτινα κοσμοῦν τό περιβάλλον τοῦ Ἀρχιεπισκόπου κ. Ματθαίου; Ἀσφαλῶς ὄχι. Τότε λοιπόν πῶς τά κατηγορεῖτε; Ἀσφαλῶς τά κατηγορεῖτε κατ' εἰσήγησιν τῶν ἐν Ἑλλάδι συνεργατῶν σας, δεικνύων οὕτω ἀπεριόριστον ἄγνοιαν. Σεβασμιώτατε. Ἡ Μονή Κερατέας εἶναι ἡ Ἀκρόπολις τῆς Ὀρθοδοξίας, καί ἐκεῖ ἐτηρήθη καί κρατεῖται ἡ ἀκρίβεια ταύτης. Ἐάν ἐν Ἑλλάδι γίνωνται ὁλονυκτίαι, δεήσεις, παρακλήσεις μετά εἰλικρινῶν δακρύων καί ἐφαρμόζονται οἱ ἱεροί Κανόνες, τηρῆται ἡ ἐξομολόγησις, τηροῦνται αἱ νηστεῖαι καί ἐν γένει ἡ ἀκρίβεια τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀπό τήν Μονήν Κερατέας τηροῦνται πάντα ταῦτα καί διαδίδονται. Ἐάν ὁ ἐν Μακαριστοῖς Ἀρχιεπίσκοπος Ματθαῖος ἐχειροτονήθη Ἐπίσκοπος, ἐχειροτονήθη κατ' ἀπαίτησιν ὁλοκλήρου τοῦ Παλαιοημερολογιτικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος καί ἑπομένως ἦτο δημόκλητος, διότι οὗτος οὔτε μίαν ἡμέραν δέν παρέμεινεν εἰς τήν κακοδοξίαν μετά τό Σχῖσμα τοῦ Ἡμερολογίου. Ἐνῶ οἱ ἄλλοι οἱ ἐκπεσόντες Ἀρχιερεῖς, πρώην Φλωρίνης κλπ. ἦλθον ὅλοι των ἀπό τήν κακόδοξον Ἐκκλησίαν ὅπου ἐπί ἑνδεκαετίαν παρέμειναν καί ἐδίκασαν πολλάκις τούς παλαιοημερολογίτας ἀγωνιστάς Ἱερεῖς εἰς καθαίρεσιν. ἦλθον οὗτοι νά ἐκδικηθοῦν τόν Μητροπολίτην Ἀθηνῶν τότε Χρυσόστομον Παπαδόπουλον, ὁ μέν Δημητριάδος Γερμανός διότι τοῦ κατεπάτησε τήν σειράν προτεραιότητος τοῦ Ἀρχιεπισκοπικοῦ θρόνου Ἀθηνῶν, οἱ δέ πρώην Φλωρίνης καί Ζακύνθου, ὁ μέν διότι δέν τόν διώρισεν πρόεδρον τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας ἤ Ἀρχιεπίσκοπον Πειραιῶς, ὁ δέ διότι δέν τόν ἐψήφισε εἰς τήν Σύνοδον νά γίνη Ἀρχιερεύς. Οἱ δέ Κυκλάδων καί Μεγαρίδος Χριστοφόρος καί ὁ Διαυλείας Πολύκαρπος, ἦλθον εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν μέ σκοπόν μόνον καί μόνον νά λάβουν τήν Πατερίτσαν. Τοῦτο δέ τό ἀπέδειξαν εὐθύς ἀμέσως, ὅτε μετά τάς ἐναντίον των ἀνακρίσεις ἐπέστρεψαν εἰς τά ἴδια, ἀφοῦ πρωτίστως ἠρνήθησαν τήν Ἀρχιερωσύνην των καί ἀπεκήρυξαν τούς Παλαιοημερολογίτας καί τάς δοξασίας των (βλέπε περιοδικόν «Ἐκκλησία» ἐπίσημον δελτίον τῆς διοικούσης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τῆς 9ης Νοεμβρίου 1935 ἀριθμ. 45). Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος λοιπόν Ματθαῖος εἶναι ὁ μόνος, ὅστις ἐχειροτονήθη ἐπαξίως, παραμείνας ἀκριβής φύλαξ τῶν Ἱ. Παραδόσεων. Ἐάν δέ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ματθαῖος ἀπεκήρυξε πάντας τούς ἀνωτέρω ἐκπεσόντας Ἐπισκόπους, τούς ἀπεκήρυξε διά τά ἀντορθόδοξα φρονήματά των καί οὐχί ὡς συκοφαντικῶς διατείνονται οὗτοι, ἐπειδή τόν παρετήρουν δῆθεν διά τάς παρανόμους πράξεις του καί ἀπειθείας. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ματθαῖος τούς ἀπεκήρυξε κατά τό ἔτος 1937 διότι ἀνήρεσαν τήν πρώτην των ὁμολογίαν τοῦ 1935 κηρύξαντες καί γράψαντες καί πάλιν ὅτι ἡ κακόδοξος Ἐκκλησία εἶναι κανονική καί τά μυστήριά της εἶναι ἔγκυρα. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ματθαῖος τούς ἀπεκήρυξε διότι εἰς τάς ἐγκυκλίους των ἐθεώρησαν τήν διοικοῦσαν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος δυνάμει Σχισματικήν, οὐχί δέ καί ἐνεργεία. Τούς ἀπεκήρυξε διότι ἀπεκάλεσαν τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἡμῶν φρουράν, καί οὐχί κανονικήν Ἐκκλησίαν. Τούς ἀπεκήρυξε διότι ἠθέτησαν τάς τέσαρας Πανορθοδόξους Συνόδους 1583-87-93 καί 1848, αἴτινες κατεδίκασαν τό Παπικόν (νέον ἡμερολόγιον). Τούς ἀπεκήρυξε διότι καί τόν ἀρχιδολοφόνον τῆς Οἰκουμένης Στάλιν ἀκόμη ἐξύμνησε (βλέπε ὑπόμνημα τοῦ πρώην Φλωρίνης, διά τήν μέλλουσαν νά συνέλθη Πανορθόδοξον Σύνοδον τοῦ 1945) ὅτι ἐστάλη παρά τοῦ Θεοῦ ἴνα διορθώση τήν Ἐκκλησίαν. Τούς ἀπεκήρυξε διότι καί κομμουνιστικούς ἐράνους ἀκόμη ἐνήργησαν, δυνάμει τῶν ὁποίων κατεδικάσθησαν ὁ Ἐπίσκοπος Κυκλάδων Γερμανός εἰς 18μηνον φυλάκισιν παρά τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν. Τούς ἀπεκήρυξε διότι ἔδωσαν ὑπόσχεσιν εἰς τήν κακόδοξον Ἐκκλησίαν ὅτι οὐδέποτε θά χειροτονήσουν Ἀρχιερεῖς καί Ἱερεῖς (βλέπε ἐφημερίδα «Ἐλευθερίαν», τῆς 14ης Νοεμβρίου 1947). Ἐν τέλει τούς ἀπεκήρυξε διά σωρείαν κακοδοξιῶν, καί κακοδόξων φρονημάτων. Δι' αὐτά, λοιπόν, τούς ἀπεκήρυξε καί οὐχί ἀπεκήρυξαν ἤ ἐπαρατήρησαν αὐτοί Αὐτόν, ποτέ! Ἐπειδή δέ ὅλα τά σαπρά των φρονήματα ἐδημοσιεύθησαν διά τοῦ Κήρυκος Γνησίων Ὀρθοδόξων καί νῦν Κήρυκος Ἐκκλησίας Ὀρθοδόξων, τοῦ ὁποίου Διευθυντής τυγχάνει ὁ Πρωτοσύγκελος Πρωθιερεύς Εὐγένιος Τόμπρος καί ἐπειδή οὗτος ἔψεξε πολλάκις διά πολλῶν ἄρθρων του τά ἀντορθόδοξα ταῦτα φρονήματά των, διά τοῦτο μένεα πνέοντες ἐναντίον του ζητοῦσαν εἰ δυνατόν τήν κεφαλήν του ἐπί πίνακι. Ὁ Πρωθιερεύς Εὐγένιος Τόμπρος ἐχειροτονήθη κανονικώτατα και δι' ἐκλογῆς τοῦ Μητροπολίτου Κερκύρας Ἀλεξάνδρου τό 1934 καί κατά τό 1937 ἀποκηρύξας τήν κακοδοξίαν προσῆλθεν εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν χειροθετηθείς κατά τόν Ζ´ Κανόνα τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου παρά τοῦ τότε Ἐπισκόπου Βρεσθένης κ.κ. Ματθαίου. Τό 1938 καθηρέθη παρά τῆς κακοδόξου Συνόδου, κατά τό αὐτό δέ ἔτος διαμαρτυρηθέντος αὐτοῦ τε καί τοῦ Ὀρθοδόξου Κερκυραϊκοῦ λαοῦ εἰς τόν παραθερίζοντα ἐν Κερκύρα τότε Βασιλέα Γεώργιον τόν Β´, τῶ ἀπενεμήθη Βασιλική χάρις διά Βασιλικοῦ Διατάγματος τήν 7ην Ὀκτωβρίου τοῦ 1938, ὁπότε ἀναχωρήσας ἐκ Κερκύρας καί παραλαβών τήν διεύθυνσιν τῆς Πρωτοσυγκελίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Ἑλλάδος ἐν Ἀθήναις, δέν ἠνωχλήθη μέχρι τοῦ παρελθόντος ἔτους 1950, ὁπότε ἐπανήρχισαν ἐκ μέρους τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας αἱ ἀνακρίσεις ἐναντίον του καί κατά τήν 1ην Μαρτίου 1951 καθηρέθη καί πάλιν δι' ἀποφάσεως τοῦ Πρωτοβαθμίου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου διά τῆς ὑπ' ἀριθμ. 21 ἀποφάσεως αὐτοῦ. Κατά δέ τήν 8ην Ἰουλίου 1951 καθηρέθη καί αὗθις τελεσιδίκως ὑπό τοῦ δευτεροβαθμίου Συνοδικοῦ Δικαστηρίου διά τῆς ὑπ' ἀριθμ. 8 ἀποφάσεως αὐτοῦ. Ποῦ εἶναι λοιπόν ἡ ὕποπτος προέλευσις καί αἱ πανουργίαι τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, δηλαδή τοῦ Πρωθιερέως Εὐγενίου Τόμπρου; Δύνασθε νά μοῦ εἰπῆτε ἀπό ποίους ἐχειροτονήθη ἡ Σεβασμιότης σας; Ποῖος Ὀρθόδοξος Ἀρχιερεύς σᾶς ἐχειροθέτησε κατά τόν Ζ´ Κανόνα τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου; (βλέπε ἑρμηνείαν αὐτοῦ ὑποσημείωσιν 3 κτλ. σχετικούς Κανόνας). Εἰς ποῖον ἐδώσατε λίβελλον ἐναντίον τῆς κακοδοξίας καί εἰς ποῖον Ἀρχιερέα ὡμολογήσατε τήν Ὀρθόδοξον Ὁμολογίαν σας Ἔστω καί γραπτῶς ἀκόμη; Πῶς λοιπόν λέγεσθε Ὀρθόδοξος; Ἐνῶ εἶναι γνωστόν ὅτι ἐχειροτονήθητε Ἐπίσκοπος παρά τῶν κακοδόξων Ἐπισκόπων Θεοφάνους Νόλη (Ἀλβανιστί Φάν Νόλη) καί τοῦ ἐπίσης χειροτονηθέντος παρ' αὐτοῦ Χριστοφόρου Κοντογιώργου καί τινος Σύρου Σωφρονίου ὀνομαζομένου, ἁπάντων γνωστῶν κακοδόξων καί καθηρημένων. Ὅσον ἀφορᾶ διά τόν διωγμόν τῶν Παλαιοημερολογιτῶν ἐν Ἑλλάδι ἀπολύτως ὑπεύθυνος εἶναι ὁ πρώην Φλωρίνης καί οἱ ὑπ' αὐτόν, οἴτινες ἐξ ἐμπαθείας καί φθόνου κινούμενοι πρός τήν μονήν Κερατέας καί τήν ὑπό τόν Ματθαῖον Ἱεράν Σύνοδον διά τάς προόδους αὐτῶν, ἀφοῦ ἀφώρισαν τόν Μασονισμόν ἐν μέσαις Ἀθήναις τήν 25ην Νοεμβρίου 1949, ἐνῶ αὐτοί (οἱ περί τόν Φλωρίνης) ἐσιώπησαν, ὅπου ἐτέλεσαν 35 ἐγκαίνια ἱερῶν ναῶν ἐν Ἑλλάδι, ὅπου ἐχειροτόνησαν πλέον τῶν 50 ἱερέων καί ἱεροδιακόνων καί λοιπάς ὀρθοδόξους πράξεις. Μετά τήν κοίμησιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ματθαίου ἐνηγκαλίσθησαν καί περιέθαλψαν τούς ὀλιγίστους ἀνυποτάκτους μοναχούς, τούς ὁποίους ἡ Σύνοδός των διά τήν φιλοδοξίαν καί καταχρήσεις καί ἀνταρσίαν των ἠθέλησε νά θέση εἰς τήν θέσιν των. Εἰσῆλθον εἰς τήν ἀνδρικήν Μονήν, ἐδίχασαν τούς Μοναχούς, τούς ὡδήγησαν εἰς τά δικαστήρια καί ἔφερον ὅλον αὐτόν τόν σάλον νομίσαντες πρός στιγμήν ὅτι θά γίνουν κυρίαρχοι τῶν Ἱερῶν Μονῶν καί θά τάς ἐχρησιμοποίουν ὡς ἐξοχικά των κέντρα.(*) Ἀλλά λάκκον ἔσκαψαν, καί ἔπεσαν μέσα, κατά τόν Προφητάνακτα. Αὐτοί λοιπόν ἐκίνησαν τόν διωγμόν, διότι 'ώθησαν τούς ἀντάρτας μοναχούς νά δημοσιεύσουν ἀνύπαρκτα ἐγκλήματα τῆς Μαριάμ δῆθεν, τά ὁποῖα ἐξεμεταλλεύθησαν ἡ κακόδοξος Ἐκκλησία, ἡ Μασονία καί ἡ ὑλιστική Ἑλληνική Κυβέρνησις καί ἔγινε ὅ,τι ἔγινε εἰς βάρος τῆς Ὀρθοδοξίας. Τώρα τό κατά πόσον ἡ Μαριάμ καί αἱ Μοναί εἶναι ἔνοχοι, τό ἀποδεικνύουν αἱ ἀποφάσεις τῶν Ἑλληνικῶν δικαστηρίων, ὅπου ἐκ τῶν δύο δικῶν αἴτινες ἐξεδικάσθησαν, μία τόν Δεκέμβριον 1950 καί ἡ ἄλλη προσφάτως τήν 10 Αὐγούστου 1951, ἠθωώθησαν ἅπαντες. Ποῦ εἶναι λοιπόν τά ἐγκλήματά των; Καί ἄν πρός στιγμήν κατεδικάζοντο εἰς μετρίας καί μικροποινάς παρά τῶν ὑλιστῶν διαβολέων θά ἦσαν ἔνοχοι; Τότε θά ἦτο ἔνοχος ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, οἱ Ἅγιοι Πάντες; Ἀσφαλῶς ὄχι. Οὔτω λοιπόν καί οἱ ἀκριβεῖς αὐτοί ἀγωνισταί, ἐφ' ὅσον ἀγωνίζονται, ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ διωχθήσονται. Αὐτός λοιπόν εἶναι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ματθαῖος, ὅστις ἐμυροβόλησεν ἀπό τά θεάρεστα ἔργα του καί καθημερινῶς χιλιάδες πιστῶν σώζονται ἀπό τά συγγράμματά του καί Ὀρθόδοξα ἔργα του ἀνά τήν ὑφήλιον. Αὐτός εἶναι ὁ Πρωτοσύγκελλος Εὐγένιος Τόμπρος, ὅστις ἀγωνίζεται σθεναρώτατα ἐπί 16 συνεχῆ ἔτη. Αὐτή εἶναι ἡ Καθηγουμένη Μαριάμ Πνευματική Μήτηρ 400 μοναζουσῶν τόν 8ον Αἰώνα πού βασιλεύει ἡ ἀνηθικότης, ἡ ἀκολασία καί ἡ ἀσέβεια. Ἀτενίσατε, λοιπόν, Σεβασμιώτατε, εἰς τήν ἰδικήν σας πνευματικήν κατάστασιν καί μή καταφέρεσθε παρασυρόμενος ἀπό κακοδόξους συνεργάτας σας ἐν Ἑλλάδι καί ἀδικεῖτε τούς πραγματικούς ἠθικούς καί τιμίους ἀγωνιστάς. Γίνετε πρῶτον ὑμεῖς Ὀρθόδοξος Ἀρχιερεύς καί κατόπιν κρίνετε τούς Ὀρθοδόξους. Μετά τιμῆς Ἀλέξανδρος Δουρδούφης Καί ἐξακολουθεῖ ἀκοίμητος ἡ ἐμπαθής δραστηριότης τοῦ πρ. Φλωρίνης. Διά νά σπείρη ζιζάνια στέλλει εἰς Κύπρον τόν ἱεροδιάκονον Σπυρίδωνα Ἑρμογένους, μέ ὑπόσχεσιν ὅτι δῆθεν θά τόν χειροτονήση ἐπίσκοπον. Ἐκφράζεται ἐναντίον τῶν Μονῶν μας καλῶν ταύτας ψυχοφθόρα κέντρα (εἰς ἰατρόν Ἰορδάνην Τσακίρην). Στέλλει γράμματα εἰς τά παρορτήματα ν' ἀποκηρύξουν τήν Μονήν μας καί τά «ἐγκλήματα» Αὐτῆς. Εἰς τήν τελευταίαν ἐγκύκλιόν του τῆς 15.7.1954 ὁμιλεῖ περί ἐγκλημάτων. Ποῖα τά ἐγκλήματα ἡμῶν; Οὐδέν κατονομάζει. Ἁπλῶς ὁμιλεῖ περί ἐγκλημάτων ὑβρίζων καί συκοφαντῶν. ΣΤ´
ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΣ ΣΚΟΠΟΣ ΤΟΥ
πρ. ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΕΙΝΑΙ Η ΔΙΑΛΥΣΙΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΑΓΩΝΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ 1) Ὅλη ἡ ἱστορία τοῦ πρ. Φλωρίνης εἶναι μία ἀτελεύτητος σειρά παλινωδιῶν. Κηρύσσει τά Μυστήρια τῆς κακοδόξου Ἐκκλησίας πότε ἔγκυρα καί πότε ἄκυρα, πότε δυνάμει, πότε ἐνεργεία. Ἐπί τέλους τί εἶναι; Ἔγκυρα ἤ ἄκυρα; Δυνάμει ἤ ἐνεργεία; Ἡ τελευταία ἐκδοχή τοῦ πολυμηχάνου πρ. Φλωρίνης τά ἀποδέχεται ἔγκυρα. Καί περιπίπτει εἰς ἀδόκιμον νοῦν ὁ κοθορνίζων πρ. Φλωρίνης. Διότι πράγματι ἄν εἶναι ἔγκυρα καί ἡ Ἐκκλησία ἡ κακόδοξος εἶναι κανονική, ἔστω καί ὑπόδικος, τότε ἡ ἀπαγγελθεῖσα καθαίρεσις εἶναι ἐγκυροτάτη καί ὁ πρ. Φλωρίνης κανονικώτατα εἶναι καθηρεμένος, δέν εἶναι Ἀρχιερεύς ὡς καθαιρεθείς ὑπό τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας τάς πράξεις ἀναγνωρίζει ὡς ἐγκύρους. Ἀλλά τότε πῶς παριστάνει τόν Ἀρχιερέα; Τά πάντα μυκτηρίζει ὁ πρ. Φλωρίνης, ἀλλά «Θεός οὐ μυκτηρίζεται». 2) Μέ τόν σκοπόν νά διαλύση τόν ἀγῶνα δέν χειροτονεῖ ἐπισκόπους. Καί ἔδωκε τόν λόγον του πρός τάς ἀρχάς πολιτικάς καί ἐκκλησιαστικάς ὅτι οὐδέποτε θά χειροτονήσει ἐπισκόπους (βλέπε εἰς ἐφημερίδα «Ἐλευθερίαν» τῆς 14.11.1947, βλέπε καί ἐγκύκλιον 1.10.1947 σελ. 5). Ἀλλά καί εἰς ἐγκύκλιόν του τῆς 1.6.1944 δικαιολογεῖ τήν μή χειροτονίαν ἐπισκόπων μέ τό ἐπιχείρημα ὅτι δέν εἶχε τά κανονικά στοιχεῖα πρός τοῦτο. Ὁ τοιοῦτος ἰσχυρισμός εἶναι ἀναληθέστατος, εἶναι αὐτόχρημα ψευδής. Διότι εἶχεν ἐπισκόπους, πρό τοῦ 1949, εἶχε τόν Γερμανόν Δημητριάδος, καί μετά τό 1949 εἶχε τόν Κυκλάδων Γερμανόν, τόν Χριστιανουπόλεως Χριστοφόρον, τόν Διαυλείας Πολύκαρπον. Διατί λοιπόν δέν ἐχειροτόνησε; Διατί καί τώρα δέν χειροτονεῖ; Ὁ λαός ἐζήτει ἐπισκόπους. Ὁ λαός ἐξακολουθητικῶς ζητεῖ ἐπισκόπους, ἀλλ' ὁ πρ. Φλωρίνης δέν ἐχειροτόνησε, δέν χειροτονεῖ καί τό κραυγάζομεν, οὔτε θά χειροτονήση. Ὁ λαός ἐζήτει, αὐτός ἠρνεῖτο. Ὁ λαός ζητεῖ, αὐτός πεισμόνως ἀρνεῖται. Καί ἐγείρεται ἕν μέγα ἐρωτηματικόν. Διατί δέν χειροτονεῖ; Ράβδος ἐν γωνία, ἄρα βρέχει. Ὁ πρ. Φλωρίνης δέν χειροτονεῖ διότι ἔχει καταπροδώσει τήν Ὀρθοδοξίαν, διότι ἡ ἀποστολή του εἶναι νά διαλύση τόν Ἀγῶνα, διότι πιστεύει ὅτι μετά τόν θάνατόν του μή ὑπαρχόντων Ἐπισκόπων θά διαλυθῆ ἡ Ἐκκλησία τῶν Γ.Ο.Χ. Καί ὁ πρ. Φλωρίνης, αὐτός ὁ θέλων νά φαίνεται ἀγωνιστής ὑπέρ τῶν πατρίων, εἰσάγει Προτεσταντικάς ἀρχάς εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν διευθύνων τήν Ἐκκλησίαν ὄχι μέ ἐπισκόπους, ἀλλ' ἔχων καταστήση λαϊκούς, ὅπως διευθύνουν τήν Ἐκκλησίαν. Τοιουτοτρόπως πολιτεύεται ἐναντίον τοῦ Η´ Κανόνος τῆς Δ´ Οιἰκουμενικῆς Συνόδου ὁρίζοντος: «Οἱ κληρικοί τῶν Πτωχείων καί Μοναστηρίων καί μαρτυρίων, ὑπό τήν ἐξουσίαν τῶν ἐν ἑκάστη πόλει Ἐπισκόπων, κατά τήν τῶν ἁγίων Πατέρων παράδοσιν, διαμενέτωσαν, καί μή κατά αὐθάδειαν ἀφηνιάτωσαν τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου. Οἱ δέ τολμῶντες ἀνατρέπειν τήν τοιαύτην διατύπωσιν, καθ' οἱονδήποτε τρόπον, καί μή ὑποταττόμενοι τῶ ἰδίω ἐπισκόπω, εἰ μέν εἶεν κληρικοί, τοῖς τῶν κανόνων ὑποκείσθωσαν ἐπιτιμίοις, εἰ δέ μονάζοντες ἤ λαϊκοί, ἔστωσαν ἀκοινώνητοι». Συνεπεία τοῦ Κανόνος τούτου καί ἐν τῆ δεκάτη πράξει τῆς ἐπί Βασιλείου τοῦ Μακεδόνος γενομένης Συνόδου ὀρθότατα γέγραπται: «Δέν εἶναι συγκεχωρημένον εἰς κανέναν οἱονδήποτε λαϊκόν, ἤ νά κινῆ λόγον διά ἐκκλησιαστικάς ὑποθέσεις, ἤ νά ἀντιστέκεται εἰς ὁλόκληρον ἐκκλησίαν, ἤ Οἰκουμενικήν Σύνοδον. Διότι τό νά ἀνιχνεύη καί νά ἐξετάζη τινάς τά τοιαῦτα, τοῦτο εἶναι ἔργον τῶν Πατριαρχῶν καί ἱερέων καί διδασκάλων… ὁ γάρ λαϊκός, κἄν καί εἶναι γεμᾶτος ἀπό κάθε σοφίαν καί εὐλάβειαν, ὅμως λαϊκός πάλιν εἶναι, καί πρόβατον, ἀλλ' ὄχι καί ποιμήν…». (Βλέπε Πηδάλιον σελ. 191). Καί ὁ πρ. Φλωρίνης ἀσεβῶν πρός τόν Κανόνα, οὐδόλως ὑπολογίζων τά ἀπειλούμενα ἐπιτίμια, κατά προτεσταντικόν τρόπον διευθύνει τήν Ἐκκλησίαν διά λαϊκῶν, ἀγνοῶν τόν Κλῆρον, τόν ὁποῖον θέτει ὑπό τούς λαϊκούς. Ζ´
ΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΙ ΗΜΩΝ(*) ΠΡΟΣ ΕΝΩΣΙΝ ΚΑΙ ΠΡΟΣ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑΣ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ
Ἀπό τοῦ 1937 καί μέχρι τοῦ Αὐγούστου 1948 διαρκῶς παρακαλοῦμεν ἴνα ἐπιτευχθῆ ἡ σωτήρια διά τόν Ἀγῶνα Ἕνωσις. Ἐπίσης διαρκῶς καί ἐν συνεχεία παρεκαλοῦμεν δι' ἐπιτροπῶν, διά προσωπικῶν συναντήσεων, δι' ἐγκυκλίων πρός ἕνωσιν καί πρός χειροτονίαν ἐπισκόπων. Ὁ λαός ἐπόθει νά βλέπη Ποιμένας, ὑπῆρχον δέ καί μεγάλαι ἀνάγκαι (ἐγκαίνια, χειροτονίαι, συγχωρητικαί εὐχαί κ.λπ.). Ἀλλ' ὁ πρ. Φλωρίνης ἴστατο ἄκαμπτος, οὔτε ἕνωσιν, οὔτε χειροτονίας. Ἀπαυδήσαντες πλέον ἐστράφημεν καί εἰς ἄλλας «ἐκκκλησίας» καί εἰς ἄλλους Ἐπισκόπους. Ἡ ἀπάντησις ἦτο ἡ ἄρνησις. Καί ὁ λαός τοῦ ἐσωτερικοῦ καί τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐξεγείρετο καί μᾶς ἐπίεζε δι' ἀναφορῶν, δι' ἐπιστολῶν, δι' ἐπιτροπῶν ζητῶν ἐπιμόνως καί ἀπαιτητικῶς χειροτονίας ἐπισκόπων, ἐζήτει Ποιμένας. Καί τότε καί ὑπό τοιαύτας συνθήκας ἀνάγκης ἀπεφασίσαμεν τάς χειροτονίας. Καί παρ' ὅλα ταῦτα, πάντοτε συγχωροῦμεν καί πάντοτε ἐπιδιώκομεν τήν ἕνωσιν. Ἰδού τί ἐγράφομεν εἰς τήν τελευταίαν πρόσφατον (ἀπό 1ης Ἰουνίου 1954), Ἐγκύκλιον ἡμῶν! «…Ἐπειδή δέ ἐπιθυμοῦντες πολλοί τήν ἕνωσιν ἡμῶν μετά τοῦ Σεβασμιωτάτου πρ. Φλωρίνης Κυρίου Χρυσοστόμου, μᾶς ἐρωτοῦν διατί δέν πραγματοποιεῖται, γνωρίζομεν εἰς αὐτούς ἅπαξ διά παντός καθαρά καί ἄνευ περιστροφῶν τά ἑξῆς: Ὅτι ἡμεῖς πάντοτε ἐπιθυμήσαμεν μίαν τοιαύτην ἕνωσιν πρός ἑνότητα ὁλοκλήρου τοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματος, ἐν τῶ πλαισίω πάντοτε τῶν νόμων καί κανόνων τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐνῶ ἀντιθέτως ἡ ἀντίθετος παράταξις(*) οὐδέποτε τήν ἐπεθύμησε, καίτοι τινές ἐκ τούτων Κληρικοί καί λαϊκοί, καί τοῦτο ἔστω πρός ἔπαινόν των, ἐπιθυμοῦν τοιαύτην ἕνωσιν καί ἐνεργοῦν καί κοπιάζουν πρός ἐπίτευξιν αὐτῆς. Τό ὅτι δέ οἱ ἡγούμενοι τῆς ἀντιθέτου παρατάξεως δέν ἐπιθυμοῦσιν ἕνωσιν μεθ' ἡμῶν, δυνάμεθα ν' ἀποδείξωμεν δι' ἀξιοπίστων προσώπων, ἐάν τοῦτο ζητηθῆ παρ' ἡμῶν. Ἵνα μή δέ τόσον οἱ ἀντιδικοῦντες πρός ἡμᾶς κληρικοί καί λαϊκοί, ὅσον καί οἱ ἡμέτεροι ἀποδίδουν εἰς ἡμᾶς εὐθύνας διά τήν μή πραγματοποίησιν τῆς ἑνώσεως, δηλ |