|
ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
τοῦ «ΚΕΝΤΡΟΥ ΓΝΗΣΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ Η ΑΓΙΑ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ» ΣΤΡΟΓΓΥΛΗ ΚΟΡΩΠΙΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ 2007
Ο
ΑΓΙΟΣ
ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ ΤΟΥ ΚΑΥΚΑΣΟΥ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ & ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ ![]() Στοιχεῖα
τῆς Ἐκδόσεως Συγκρότησις κειμένου·
Πρεσβυτέρα ᾿Αντωνία Σίντνιεβα. Διορθώσεις· ᾿Αθηνᾶ Νικολοπούλου καί
᾿Αγλαΐα
Δήμτσα, Φιλόλογοι. ᾿Επιμέλεια κειμένου καί ἐκδόσεως· ᾿Αντ. Μάρκου
Κεντρική
διάθεσις· ῾Ιερά Μονή ἁγ. Αἰκατερίνης Στρογγύλη Τ.Θ. 54, 194 00 Κορωπί.
Τηλ. 210
60 20 176. ᾿Εμπροσθόφυλλο· Εἰκόνα τοῦ ἁγίου Θεοδοσίου τοῦ Καυκάσου,
ἔργο τῆς
Πρεσβυτέρας ᾿Αντωνίας Σίντνιεβα. ΕΥΛΟΓΙΑ
τοῦ Μητροπ. Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς κ. ΚΗΡΥΚΟΥ ῾Ο ἅγιος Θεοδόσιος τοῦ
Μινβόντι Καυκάσου εἶναι μία τῶν μεγαλυτέρων πνευματικῶν φυσιογνωμιῶν
τῆς
μαρτυρικῆς Ρωσικῆς ᾿Εκκλησίας τῶν Κατακομβῶν, ἀλλά καί γενικώτερον τῆς
᾿Ορθοδοξίας τοῦ 20οῦ αἰῶνα «᾿Αφορισμένος ἐκ κοιλίας μητρός» (κατά τήν
ἔκφρασιν
τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου), εἰς τό ἔργον τῆς σωτηρίας τῶν ψυχῶν,
θαυματουργός ἀπό
τῆς ἐφηβικῆς του ἤδη ἡλικίας (ἐφ’ ὅσον τό πρῶτο του θαῦμα τό
ἐπετέλεσεν, Χάριτι
Θεοῦ, εἰς ἡλικίαν μόλις 14 ἐτῶν!), διακονητής τοῦ Παναγίου Τάφου ἐπί
σειράν
δεκαετιῶν, ἐξόριστος καί ἔγκλειστος εἰς τό φοβερόν Στρατόπεδον Σολόβκι,
διά
Χριστόν Σαλός, Προφήτης καί θεραπευτής τῶν σωματικῶν καί πνευματικῶν
παθῶν τοῦ
λαοῦ, διεκρίθη κυρίως ὡς ῾Ομολογητής τῆς Γνησίας ᾿Ορθοδοξίας εἰς τήν
Σοβιετικήν
Ρωσίαν. Καί μόνη ἡ παρουσία
του ἀποτελοῦσε ἔλεγχον διά τό Σοβιετοποιημένον Σεργιανιστικόν
Πατριαρχεῖον
Μόσχας, τό ὁποῖον μετά τόν θάνατόν του, προέβη εἰς τήν ἀνακομιδήν καί
ἁρπαγήν
τῶν τιμίων λειψάνων του, τόν ἐμφανίζει δέ ὡς μέλος τῆς ψευδοεκκλησίας
του, διά
νά ἀποπροσανατολίση τούς Κατακομβίτας πιστούς καί σταδιακῶς τούς
ὑπαγάγη εἰς
τήν δικαιοδοσίαν του. ῾Η Χάρις τοῦ Θεοῦ
ἠξίωσε πολλάκις τόν γράφοντα νά προσκυνήση τόν τάφον τοῦ ἁγίου
Θεοδοσίου εἰς
Μινβόντι Καυκάσου (ὡς ᾿Επίσκοπος ποιμένων τάς ὑπό τήν δικαιοδοσίαν τῆς
Γνησίας
᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας τῆς ῾Ελλάδος Κοινότητας τῆς Ρωσικῆς ᾿Εκκλησίας
τῶν
Κατακομβῶν), θεωρῶ δέ ἰδιαιτέραν εὐλογίαν τήν προσφοράν εἰς τήν
ταπεινότητά μου
τοῦ ᾿Επιτραχηλίου καί τοῦ ᾿Αρτοφορίου του, τά ὁποῖα εἶχεν ἐμπιστευθεῖ
εἰς
Μοναχήν - πνευματικήν του θυγατέραν, μέ τήν ἐντολήν νά δοθοῦν εἰς τόν
᾿Ορθόδοξον ῞Ελληνα Μητροπολίτην, ὁ ὁποῖος θά τελοῦσε Τρισάγιον ἐπί τοῦ
τάφου
του! Τά κειμήλια αὐτά εὐλαβῶς φυλάσσονται εἰς τόν ἡμέτερον ᾿Επισκοπικόν
Ναόν
τῆς ἁγ. Αἰκατερίνης, εἰς Στρογγύλην Κορωπίου. Εὐλογοῦντες τήν
ἔκδοσιν τοῦ ἀνά χεῖρας πονήματος τῆς Εὐλαβεστάτης Πρεσβυτέρας ᾿Αντωνίας
Σίντνιεβα, ἐπικαλούμεθα πλουσίαν τήν εὐλογίαν τοῦ Θεοῦ, διά πρεσβειῶν
τοῦ ἁγίου
Θεοδοσίου καί Πάντων τῶν ῾Αγίων. ΑΜΗΝ. Διάπυρος πρός Κύριον εὐχέτης + ῾Ο Μεσογαίας καί Λαυρεωτικῆς
ΚΗΡΥΚΟΣ ᾿Επισκοπεῖον ἁγ. Αἰκατερίνης, 26η
᾿Ιουλίου 2006 Μνήμη ῾Οσιομ. Παρασκευῆς, ῾Ερμολάου καί Θεοδοσίου τοῦ Θαυματουργοῦ ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ Ὁ ἅγ. Θεοδόσιος πρός πιστούς τῶν
Κατακομβῶν: "Ἀπό
τούς Ἕλληνες πήραμε τήν Ἀποστολική Διαδοχ ή, ἀπό
αὐτούς θά τήν ξαναπάρουμε
"! Ἡ γραφίδα τῆς Εὐλαβεστάτης Πρεσβυτέρας
Ἀντωνίας Σίντνιεβα
(Πτυχιούχου Οἰκονομικῶν τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Βορονέζ Ρωσίας καί
Ἁγιογράφου),
προσφέρει στό ἁγιόφιλο ἑλληνόφωνο ἀναγνωστικό κοινό τόν βίο ἑνός "ἐν
πολλοῖς" ἀγνώστου Ἁγίου τοῦ 20οῦ αἰ., τοῦ Θαυματουργοῦ Θεοδοσίου τοῦ
Ἱεροσολυμίτου, τοῦ ἐν Μινβόντι Καυκάσου (+ 1948). Διά τόν ἅγ. Θεοδόσιο ἔχουν γίνει ἀπό
τόν γράφοντα τρεῖς
δημοσιεύσεις στό ἐπίσημο δημοσιογραφικό ὄργανο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως
Μεσογαίας
καί Λαυρεωτικῆς (τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος), τό
Περιοδικό
" Ὀρθόδοξος Πνοή ", μία τέταρτη στόν ἐπίτομο Ἡμεροδείκτη τοῦ 2002
τῆς ἰδίας
Μητροπόλεως (ὅπου ἀφιέρωμα στήν Ρωσική Ἐκκλησία τῶν Κατακομβῶν), ἐνῶ σ'
αὐτόν ἦταν ἀφιερωμένος καί ὁ
Ἡμεροδείκτης τοῦ 2006. Τό κείμενο τῆς Πρεσβυτέρας Ἀντωνίας
διακρίνεται γιά τό ἁπλό
καί ἀνεπιτήδευτο ὕφος του. Εἶναι ἕνα κείμενο χαριτωμένο. Οἱ πληροφορίες
πού
ἀφοροῦν τόν Ἅγιο προέρχονται εἴτε ἀπό ρωσικά κείμενα πού ἤδη
κυκλοφοροῦν, εἴτε
ἀπό πρόσωπα πού τόν γνώρισαν στήν ζωή του ἤ εὐργετήθηκαν ἀπό αὐτόν μετά
τόν
θάνατό του. Εἶναι ἔγκυρες μαρτυρίες ἀξιοπίστων μαρτύρων, αὐτοπτῶν ἤ
αὐτηκόων. Εἶναι
κατάθεση ψυχῆς ἁπλῶν ἀνθρώπων, πού ἀπευθύνεται στούς ἁπλούς ἀνθρώπους
τοῦ λαοῦ. Παρά τά προηγούμενα τό ἀνά χεῖρας
κείμενο δέν μπορεῖ νά
χαρακτηρισθεῖ λαϊκό θρησκευτικό ἀνάγνωσμα, στερούμενο ἁγιολογικῆς
ἐγκυρότητος.
Οἱ πληροφορίες πού περιέχει εἶναι μεγάλης ἱστορικῆς σημασίας καί
σκιαγραφοῦν
πλήρως, μέχρι λεπτομερείας, τόσο τό πρόσωπο, ὅσο καί τό περιβάλλον καί
τίς
συνθῆκες μέσα στίς ὁποίες ἔζησε καί τελειώθηκε. Στό ἔργο αὐτό
διαπιστώνουμε: Τήν πηγαία λαϊκή εὐσέβεια τῆς
προεπαναστατικῆς Ἁγίας Ρωσίας πού
ὁδήγησε τόν Θεόδωρο - παιδί ἀκόμη - νά ἐγκα-ταλείψει τήν οἰκογένειά του
καί νά
καταφύγει στό Ἅγιο Ὄρος, στήν Ρωσική Μονή τοῦ ἁγ. Παντελεήμονος. Τήν ἄσκησή του στήν μονή, τήν
πνευματική του πρόοδο, τήν κακότητα
τῶν συμμοναστῶν (πού ἔφθασαν μέχρι καί τήν ἀπόπειρα δολοφονίας του!),
ἀλλά καί
τό πλοῦτο τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ πού ἐπέτρεψε στόν 14χρονο ἔφηβο νά
θαυματουργήσει! Τήν ἀνάδειξή του στό Ἱερατικό
ὑπούργημα καί τό Ἡγου-μενικό ἀξίωμα,
τήν διακονία του ἐπί σειρά δεκαετιῶν στόν Πανάγιο Τάφο (ἀπ' ὅπου καί
Ἱεροσολυμίτης),
τήν ἐπιστροφή του στήν Ρωσία κατά τό θέλημα τῆς Παναγίας καί τήν ἄσκηση
ἐκεῖ
ἐρημιτικῆς - ἡσυχαστικῆς ζωῆς, μέ τήν συνοδεία λίγων ἀφιερωμένων
γυναικῶν, κατά
τήν πρώτη δεκαετία τῆς Ρωσικῆς Ἐπαναστάσεως. Τήν σύλληψη καί ἐξορία του (τό 1927)
στό φοβερό Στρα-τόπεδο Σολόβκι στήν Λευκή Θάλασσα, ἕνα κολαστήριο πρ.
μοναστήρι, ὅπου κρατήθηκαν καί τελειώθηκαν μαρτυρικά χιλιάδες πιστοί
ὅλων τῶν
βαθμῶν, κυρίως (μετά τό 1927) μέλη τῆς Ἐκκλησίας τῶν Κατακομβῶν. Ἐκεῖ ὁ
μακάριος Θεοδόσιος συγκρατήθηκε καί συγκακουχήθηκε μέ ἐπωνύμους (ὅπως
τόν
Ἱερομάρτυρα Ἐπίσκοπο Μάξιμο τοῦ Σερπούχωφ, + 1931) καί ἀνωνύμους
Ὁμολογητές τῆς
Γνησίας Ὀρθοδοξίας, ὥστε μετά τήν ἀ πελευθέρωσή
του (τό 1932) νά ἐγκατα-σταθεῖ στό Μινβόντι ὡς διά Χριστόν Σαλός,
καλύπτοντας
κάτω ἀπό τόν μανδύα τῆς ἐπιπλάστου μωρίας τήν δραστη-ριότητά του ὡς
Κληρικοῦ
τῶν Κατακομβῶν. Τήν διακονία τοῦ ἀποίμαντου Ρωσικοῦ
λαοῦ μέσῳ τοῦ προφητικοῦ καί ἰαματικοῦ του χαρίσματος, τῶν ὑπεφυῶν
θείων
ἐμφανίσεων, τῶν ἐξαισίων θαυμάτων του, τῶν παρα-δόξων (ὡς Σαλοῦ)
ἐνεργειῶν του,
τῆς προφορικῆς διδασκα-λίας του καί τῆς παραδειγματικῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς
του. Τήν
ὁσιακή του κοίμηση καί τήν
θαυματουργική κηδεία - ἐνταφιασμό του ἀπό οὐράνιους ἐπισκέπτες! Τήν μετά θάνατον παρρησία του ἐνώπιον
τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἔκτοτε καθημερινῶς ἐκδηλώνεται μέ τίς θαυματουργικές
θεραπείες τῶν μετά πίστεως προσερχομένων στόν χαριτόβρυ-το τάφο του καί
τά
τίμια του Λείψανα. Καί Τήν
καπήλευσή του ἀπό τό "Πατριαρχεῖο Μόσχας", ἕνα
"ἐκκλησιαστικό" σχῆμα τό ὁποῖο ὁ Ἅγιος οὐδέποτε ἀναγνώρΙσε ὡς
ἐκφραστή τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Πίστεως καί Ἐκκλησίας καί τό ὁποῖο ὅμως
τόν
ἐμφανίζει σάν "δικό" του, γιά νά ἐλέγξει, ἀποπροσανατολίσει,
παγιδεύσει καί ἀπορροφήσει τούς Κατακομβίτες πιστούς (παρόμοια
περίπτωση εἶναι
ἐκείνη τῆς ἁγ. Ματρώνας τῆς ἀομάτου τῆς Μόσχας). Στόν Βίο τοῦ ἁγ. Θεοδοσίου ὑπάρχει μία
λεπτομέρεια μεγάλης
ἱστορικῆς καί ἐκκλησιολογικῆς σημασίας. Συχνά τά πνευματικά του τέκνα
τόν
ρωτοῦσαν γιά τό μέλλον τῆς Ἐκκλησίας στήν Σοβιετική Ρωσία, κυρίως σέ
ὅτι ἀφορᾶ
τήν ἔλλειψη γνησίως Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων καί Κληρικῶν. Εἶναι
χαρακτηριστικό, ὅτι
οἱ διωγμοί τόσο τῶν ἀθεϊστικῶν Ἀρχῶν, ὅσο καί τοῦ " Πατριαρχείου "
κατά
τῶν Κατακομβιτῶν εἶχαν τόσο πολύ περιορίσει τόν ἀριθμό τους, ὥστε οἱ
πιστοί
διερω-τῶντο ποιός θά ἐνταφιάσει τόν Ἅγιο ὅταν κοιμηθεῖ! Στό ἐρώτημα αὐτό ὁ ἅγ. Θεοδόσιος
ἀπαντοῦσε, ὅτι "ἀπό
τούς Ἕλληνες πήραμε τήν Ἀποστολική Διαδοχή, ἀπό αὐτούς θά τήν
ξαναπάρουμε "! Καί γιά νά κάνει πιό
συγκεκριμένη τήν ἐπαλήθευση
τῆς προφητείας του, ἐμπιστεύθηκε σέ Μοναχή - πνευματική του θυγατέρα τό
Ἐπιτραχήλιο καί τό Ἀρτοφόριό του, μέ τήν ἐντολή νά δοθοῦν στόν Ὀρθόδοξο
Ἕλληνα
Μητροπολίτη πού θά τελοῦσε Τρισάγιο στόν τάφο του! Τό 1996, ὁ Σεβ.
Μητροπολίτης
κ. Κήρυκος ἐπισκεπτόμενος τήν περιοχή, πληροφορήθηκε ἀπό πιστούς ὅτι
στό
Μινβόντι εἶναι ἐνταφιασμένος ἕνας Κληρικός τῶν Κατακομβῶν καί ἐξέφρασε
τήν
ἐπιθυμία νά τελέσει Τρισάγιο στόν τάφο του! Ἔτσι, χωρίς νά
γνωρίζει τήν
ἐντολή, τά κειμήλια τοῦ ἁγ. Θεοδοσίου ἔφθα -
σαν
στά χέρια του! Ἡ πρόρρησις τοῦ ἁγ. Θεοδοσίου ἐπαληθεύθηκε πλήρως, διότι ἔκτοτε ὁ Σεβ. Μητροπολίτης κ. Κήρυκος ἔχει πράγματι
μεταδώσει τήν
γνησία καί ἀδιάκοπο Ἀποστολική Διαδοχή στούς Ρώσους Ὀρθοδόξους τῶν
Κατακομβῶν,
μέ τήν χειροτονία Κληρικῶν. Ἀποτελεῖ ἰδιαίτερη εὐλογία
γιά τούς Ἕλληνες Ὀρθοδόξους ἡ
παρουσία στήν Ἑλλάδα προσωπικῶν
ἀντικειμένων τοῦ ἁγ. Θεοδοσίου
(τοῦ Ἐπιτραχηλίου καί Ἀρτοφορίου του στόν Ἱερό Ἐπισκοπικό Ναό ἁγ.
Αἰκατερίνης
Στρογγύλης Κορωπίου, μέρους ἐνδύματος καί ἀμφίου στό Παρεκκλήσιο ὁσ.
Ξένης τῆς
Ρωσίδος Μάνδρας) καί μεγαλύτερη
εὐλογία θά
ἀποτελέσει ἡ ἀνέγερσις Ναοῦ πρός τιμήν του καί ἡ
διάδοσις τῆς μνήμης του, στήν ὁποία ἀσφαλῶς θά συντελέσει καί ἡ παροῦσα
ἐργασία
τῆς Πρεσβυτέρας Ἀντωνίας. "Ἄλλος Σεραφείμ ἀναδειχθείς τῷ λαῷ σου, Πάτερ Θεοδό σιε ,
πρέσβευε ὑπέρ τῶν σέ
τιμῶντων " Ἀντώνιος Μάρκου Κέντρο Ἁγιολογικῶν Μελετῶν "Ὅσιος Συμεών ὁ Μεταφραστής " Δύο
εἰσαγωγικά λόγια γιά τό παρόν βιβλίο. Αὐτό τό βιβλίο ἐγράφη
πρός τιμή τοῦ
Στάρετς Θεοδοσίου τοῦ Καυκάσου καί ἀναφέρεται στή ζωή του, στά θαύματά
του καί
στή βοήθεια πάσης μορφῆς πού ἀνάλογα προσφέρει στούς πιστούς.
᾿Αναφέρεται στή
ζωή ἑνός πράγματι μεγάλου ῾Ομολογητοῦ, ζωή πού δημιούργησε ἕνα θρύλο
στήν
καρδιά καί στό νοῦ ἑνός ὁλόκληρου λαοῦ. Φαίνεται παράδοξο πώς ἕνας
ἁπλός
ἄνθρωπος κατάφερε νά συνδέσει τήν πεζή πραγματικότητα μέ τό μυστήριο
τοῦ
θαύματος. ῞Οσα ἀπό τά πνευματικά του παιδιά ζοῦν μέχρι σήμερα,
καταθέτουν ὡς
αὐτόπτες μάρτυρες αὐτά πού εἶδαν καί ἔζησαν ἀπό τό χαρισματικό Στάρετς,
«παππούλη», ῾Ιεροσολυμίτη Θεοδόσιο, τοῦ ὁποίου ἡ βοήθεια δέ σταμάτησε
νά
προσφέρεται στούς πιστούς ἀκόμα καί μετά τό θάνατό του. Κάθε χρόνο ὅλο καί
περισσότεροι
ἄνθρωποι καταφεύγουν στόν τάφο του γιά νά τόν προσκυνήσουν. Οἱ Ρῶσοι
τόν τιμοῦν
μέ πολλούς καί διαφόρους τρόπους. ῞Ολοι οἱ ἀναξιοπαθοῦντες (φτωχοί,
ἄρρωστοι,
μοναχικοί) βρίσκουν ἀνακούφιση καί παρηγοριά - εἴτε ὡς προσκυνητές στόν
τάφο
του, εἴτε ἐπικοινωνώντας νοερά, φωνάζοντάς τον καί ζητώντας τήν βοήθειά
του.
Κατά ἀνεξήγητο τρόπο ὁ ἅγιος Θεοδόσιος φαίνεται νά εἶναι συνδεδεμένος
μέ τήν
᾿Ορθόδοξη ῾Ελλάδα διαχρονικά. Διαβάζοντας λοιπόν αὐτό τό βιβλίο, ὅλοι
οἱ
Χριστιανοί ἐπιθυμοῦμε νά λάβουμε τήν εὐλογία του. ᾿Αντωνία
Σίντνιεβα Πρεσβυτέρα Κύριε,
εὐλόγησον Βίος τοῦ Στάρετς
Θεοδοσίου ῾Ιεροσολυμίτου,
Θαυματουργοῦ τοῦ Καυκάσου (3 Μαΐου 1841 - 26
᾿Ιουλίου/8Αὐγούστου 1948) Παιδικά Χρόνια
Οἱ γονεῖς του,
Θεόδωρος καί Αἰκατερίνη,
ἦταν ἄνθρωποι πολύ εὐσεβεῖς καί μ’ αὐτό τόν τρόπο μεγάλωσαν καί τά
παιδιά τους.
῞Οταν γεννήθηκε ὁ Θεόδωρος, ἡ μάνα του εἶπε· «Αὐτός ὁ νέος θά γίνει
μέγας
῾Ιερέας, γιατί στό κεφάλι του ὑπάρχει ξεχωριστό σχῆμα φτιαγμένο γιά
καλυμαύχι».
Τά λόγια της αὐτά φάνηκαν προφητικά γιατί ὅλη του ἡ ζωή ἦταν μιά πορεία
πρός τό
Θεό. Διαφορετικός ἀπ’ ὅλα τά παιδιά τῆς ἡλικίας του, ἔδειξε πώς ἡ ψυχή
του ἦταν
γεμάτη ἀπό ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τά λόγια του ἦταν μιά διαρκής
προσευχή. Κοντά
στό σπίτι του ὑπῆρχε κάποιο δάσος, ὅπου πήγαινε κάθε μέρα ὁ μικρός
Θεόδωρος γιά
νά προσευχηθεῖ. ᾿Εκεῖ βρῆκε μιά μεγάλη πέτρα πάνω στήν ὁποία ἀνέβαινε
καί
προσευχόταν γιά ὧρες. Μιά φορά κατά τήν ὥρα τῆς προσευχῆς ἄκουσε κάποια
φωνή
πού τοῦ ἔλεγε πώς τό ὄνομα τῆς πέτρας ἦταν «παραδεισένια». ᾿Από τότε
τήν ἔλεγε
καί ὁ Θεόδωρος «παραδεισένια» ἤ «πέτρα τοῦ Παραδείσου». 1ο σημάδι τοῦ Θεοῦ Κάποια φορά πού ὅλη ἡ
οἰκογένεια
βρισκόταν γύρω ἀπό τό τραπέζι καί προσευχόταν γιά νά γευματίσει, εἶδαν
ἀπό τό
εἰκονοστάσι νά ἔρχεται ἕνα περιστέρι καί νά κάθεται στόν ὦμο τοῦ
Θεόδωρου.
᾿Εκεῖνος τό χάϊδεψε μέ ἀγάπη, ἐνῶ οἱ γονεῖς του τοῦ ἔλεγαν νά μήν τό
πειράζει.
῞Υστερα ἀπό λίγο ἔφυγε καί πάλι, ὅπως ἦρθε, ἀπό τό μέρος τοῦ
εἰκονοστασίου. ῾Η πορεία του στό
῞Αγιο ῎Ορος Τόν Θεόδωρο, ἄν καί
παιδάκι, ὅλοι τόν
φώναζαν «παππούλη» καί ἡ προφητεία τῆς μάνας γινόταν συνεχῶς πιό ὁρατή·
ὅτι
δηλαδή θά γίνει μέγας ῾Ιερέας. Σέ πολύ μικρή ἡλικία
πέρασε ἀπό ἕνα
κοντινό ποταμό τοῦ χωριοῦ του καί εἶδε στίς ὄχθες του ἕνα μικρό
πλοιάριο γεμάτο
ἀπό κόσμο. Μπῆκε κι ἐκεῖνος μέσα ὅσο πιό ἀθόρυβα μποροῦσε καί χωρίς νά
τόν
ἀντιληφθεῖ κανένας, πῆγε καί κρύφτηκε σέ μιά γωνιά τοῦ πλοίου. ῞Υστερα
ὅμως ἀπό
δύο ἡμέρες τόν ἀνεκάλυψαν καί ξαφνιασμένοι ἄρχισαν νά τόν ρωτοῦν ποιός
ἦταν καί
ποῦ πήγαινε. Δήλωσε μέ θάρρος πώς ἦταν ὀρφανός κι’ ὅτι ἤθελε νά πάει
στό ῞Αγιο
῎Ορος. Μιά ὁμάδα προσκυνητῶν πού πήγαινε στό ῞Αγιο ῎Ορος μέ πολλή χαρά
τόν πῆρε
μαζί τους. ῎Ετσι ἔφτασε ὁ μικρός Θεόδωρος στόν προορισμό του. ῾Η ζωή του στό ῞Αγιο
῎Ορος ῞Οταν ἔφτασε στό ῞Αγιο
῎Ορος πῆγε σ’
ἕνα κοινόβιο, στήν «Κατάθεση τῆς Ζώνης τῆς Θεοτόκου»* καί παρακάλεσε νά
τόν
ἀφήσουν νά δεῖ τόν ῾Ηγούμενο. ᾿Αφοῦ τοῦ τό ἐπέτρεψαν, εἶδε τόν
῾Ηγούμενο, ἔπεσε
στά γόνατα του καί τοῦ ζήτησε παρακλητικά, νά τόν πάρει στό κοινόβιο.
«Θά
προσεύχομαι συνεχῶς, τοῦ εἶπε, καί θά κάνω ὅ,τι θέλετε». ᾿Απόρησε ὁ ῾Ηγούμενος
μέ τόν τρόπο πού
ὁ μικρός ἀπαντοῦσε καί ἐνδιαφέρθηκε νά μάθει τίνος ἦταν τό παιδί. ῞Οταν
ἔμαθε
πώς ἦταν ὀρφανός, κατάλαβε πώς ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ τόν ὁδήγησε ἐκεῖ καί
τόν πῆρε
ἀμέσως στό κοινόβιο. ᾿Εκεῖ μεγάλωσε ὁ Θεόδωρος, ἔμαθε γράμματα καί
προώδευσε
πολύ στήν πνευματική ἄσκηση. ῾Ο ῾Ηγούμενος
βλέποντας τήν πρόοδο καί
τήν προσπάθειά του, τόν πῆρε κοντά του, τοῦ ἔδωσε δικό του κελί καί τόν
ἔκανε
ὑποτακτικό του. ῾Ο πειρασμός ἀρχίζει
τόν πόλεμο στό Θεόδωρο Οἱ ἀρετές τοῦ Θεόδωρου
ἦταν πολλές καί
ὁ πονηρός δέν τό ἄντεχε αὐτό. Προσπάθησε λοιπόν μέ πολλούς τρόπους νά
ταλαιπωρήσει τόν ἐνάρετο μοναχό. ῎Εβαλε στίς ψυχές τῶν
ἀδελφῶν του τό
φθόνο καί τή ζήλεια καί συνεχῶς αὐτοί τόν ταλαιπωροῦσαν ἄλλοτε μέ
προσβολές,
ἄλλοτε μέ βρισιές, συχνά καί μέ ξυλοδαρμούς, μέ σκοπό νά τόν ἐξοντώσουν. Παρ’ ὅλα αὐτά ὁ
Θεόδωρος ἔστεκε
δυνατός, ὑπέφερε ὑπομονετικά τίς διάφορες δοκιμασίες καί προσευχόταν
στό Θεό νά
συγχωρήσει τούς διῶκτές του καί νά τόν βοηθήσει, ὥστε νά μή μάθει ὁ
῾Ηγούμενος
τήν ταλαιπωρία του καί θελήσει νά τόν προστατεύσει. Δέν ἤθελε νά χάσει
τήν
ἀμοιβή πού χαρίζει ὁ Θεός στούς ὑπομένοντας. 1ο θαῦμα τοῦ Θεόδωρου Στά 14 του χρόνια ὁ
Θεόδωρος ἔκανε τό
πρῶτο του θαῦμα. ῞Ενας Ρῶσος εὐγενής
καί ἀξιωματοῦχος,
ἐπισκέφτηκε τό ῞Αγιο ῎Ορος μέ τή δαιμονισμένη γυναίκα του. Τήν εἶχε στό
πλοῖο,
ἐπειδή δέν ἐπιτρεπόταν οἱ γυναῖκες νά πατήσουν σ’ αὐτό. Εἶχε δεῖ ὅμως
ὄνειρο
πώς κάποιος νεαρός μοναχός πού βρισκόταν στό ῞Αγιο ῎Ορος θά μποροῦσε νά
τή
θεραπεύσει. Γι’ αὐτό ἀποφάσισε νά κάνει αὐτό τό ταξίδι. ῞Οταν συνάντησε
τόν
῾Ηγούμενο, τοῦ ἐξήγησε τό ὄνειρο καί τό λόγο πού ζητοῦσε τή βοήθειά
του. ῾Ο
῾Ηγούμενος πῆγε ἀμέσως μαζί μέ ὅλους τούς μοναχούς στό πλοῖο. ῾Η ἄρρωστη γυναίκα,
ὅταν τούς εἶδε,
κατάλαβε ὅτι κανένας ἀπ’ αὐτούς δέν ἦταν ὁ νέος πού εἶχε δεῖ στόν ὕπνο
της.
Τούς εἶπε πώς αὐτόν πού εἶδε στό ὄνειρό της ἦταν πολύ νέος. Αὐτοί
κοιτάχτηκαν
μεταξύ τους καί κατάλαβαν πώς μιλοῦσε γιά τόν ἀσήμαντο γι’ αὐτούς
Θεόδωρο. Τότε
ὁ ῾Ηγούμενος ἔστειλε νά τόν φωνάξουν νά ἔλθει κι’ αὐτός στό καράβι.
῞Οταν σέ
λίγο πλησίασε στό καράβι, τό δαιμόνιο μέ φωνή βοδιοῦ φώναζε κι ἔλεγε·
«Αὐτός θά
μέ διώξει, αὐτός θά μέ διώξει». ῞Ολοι παρακολουθοῦσαν τό περιστατικό
ἔκπληκτοι
καί ἀποροῦσαν πῶς ξεχώριζε τόσο ὁ Θεόδωρος. ῾Ο ῾Ηγούμενος ρώτησε τό
Θεόδωρο·
«Γιά πές μου, παιδί μου, σέ ποιόν προσεύχεσαι κι’ ἔχει ἡ προσευχή σου
τόση
δύναμη;» Κι’ αὐτός τοῦ ἀπάντησε· «Στή χρυσή Παναγιά». Τότε ὁ ῾Ηγούμενος
τοῦ
ζήτησε νά φέρει ἁγιασμό ἀπό τήν εἰκόνα πού προσευχόταν. ῾Ο Θεόδωρος
ὅμως τοῦ
ζήτησε πρῶτα νά τοῦ δώσει τρεῖς ἡμέρες περιθώριο γιά νηστεία καί
προσευχή καί
μετά νά φέρει τό ἁγίασμα. ῞Οταν πέρασαν οἱ τρεῖς
ἡμέρες, πῆρε ὁ
Θεόδωρος τόν ἁγιασμό ἀπό τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Καζάν (μία ἀπό τίς
εἰκόνες
πού τιμῶνται στή Ρωσία) καί τόν ἔδωσε στόν ῾Ηγούμενο γιά νά τόν πάει
στήν
ἄρρωστη γυναίκα. Αὐτή βλέποντας τόν ῾Ηγούμενο νά πλησιάζει, ἄρχισε νά
φωνάζει·
«Ποῦ μέ διώχνεις; Ποῦ μέ διώχνεις;» ῾Ο ῾Ηγούμενος τήν
πλησίασε, τή ράντισε
καί τῆς ἔδωσε νά πιεῖ αὐτό τό ἁγίασμα. Καί ὦ τοῦ θαύματος! ῾Η γυναίκα
ἔγινε
καλά. ῾Ο ἀξιωματοῦχος εὐχαριστημένος ἀπό τό θαῦμα θέλησε νά προσφέρει
πολλά
χρήματα στόν Θεόδωρο. ᾿Εκεῖνος ὅμως ἀρνήθηκε νά τά πάρει καί τοῦ εἶπε
ὅτι ἄν
ἤθελε μποροῦσε νά τά δώσει στόν ῾Ηγούμενο γιά τίς ἀνάγκες τοῦ
κοινοβίου. Μέ
ταπείνωση τοῦ ἐξιστόρησε ὅτι, «ἦταν ἁμαρτωλός καί ἀνάξιος καί δέν ἔκανε
τίποτα.
Αὐτός πού ἔκανε τό θαῦμα εἶναι ὁ Μεγάλος ᾿Ιατρός τῶν ψυχῶν καί τῶν
σωμάτων, ὁ
Θεός, χάριν τῆς Παναγίας. Αὐτούς λοιπόν πρέπει νά εὐχαριστήσετε». Αὐτό
ἦταν τό
πρῶτο θαῦμα τοῦ Θεόδωρου. ῞Ενα χρόνο μετά ὁ ἀξιωματοῦχος ἐπισκέφτηκε τό
μοναστήρι, φέρνοντας πολλά δῶρα ἀπό εὐγνωμοσύνη γιά τή θεραπεία τῆς
γυναίκας
του. Νέες δοκιμασίες τοῦ
Θεόδωρου. Θαῦμα τοῦ
᾿Αρχάγγελου. Μετά τό θαῦμα, πολλά
δεινά ἄρχισαν γιά
τό Θεόδωρο. ῾Ο πειρασμός εἰσχώρησε στό νοῦ καί στή ψυχή τῶν μοναχῶν καί
αὐτοί
γεμάτοι μίσος προσπάθησαν νά ἐξοντώσουν τό Θεόδωρο. ῞Οταν ὁ ῾Ηγούμενος
τόν
ἔστειλε μέ ἄλλους δύο μοναχούς νά πᾶνε σέ κάποια πόλη γιά νά μαζέψουν
χρήματα
γιά τή Μονή, ἐκεῖνοι βρῆκαν τήν εὐκαιρία νά βάλουν σέ ἐφαρμογή τό
σχέδιό τους
καί νά ἐξοντώσουν τόν ἐνάρετο Θεόδωρο, ὥστε νά μήν ξαναγυρίσει στό
῞Αγιο ῎Ορος.
῎Ανοιξαν ἀπότομα τήν καταπακτή ἑνός ὑπόνομου καί βίαια τόν ἔσπρωξαν
μέσα, σίγουροι
πώς ἔτσι θά τελειώσει ἡ ζωή του. ῾Ο Θεόδωρος ὅμως βρῆκε τή δύναμη μέ
τήν
προσευχή καί παρακάλεσε τόν ᾿Αρχιστράτηγο Μιχαήλ νά τόν βοηθήσει καί νά
τόν
σώσει. Καί ὦ τοῦ θαύματος! παρουσιάστηκε ὁ ᾿Αρχιστράτηγος, τόν σήκωσε
πάνω ἀπό
τά βρωμόνερα καί τόν ἐλευθέρωσε. Τοῦ ἔδωσε ἐπιπλέον ἕναν πάπυρο μέ
προσευχή καί
τοῦ εἶπε νά τή διαβάζει συνεχῶς γιά νἄναι πάντα καλά καί νά ξέρει τί νά
πεῖ
στόν ῾Ηγούμενο, ὅταν τόν ρωτήσει τί ἔγινε μέ τούς ἄλλους ἀδελφούς. ῾Ο Θεόδωρος
εὐχαρίστησε τόν
᾿Αρχιστράτηγο καί ἔφυγε, γιά νά γυρίσει στήν πόλη καί νά συνεχίσει νά
μαζεύει
χρήματα γιά τό μοναστήρι. ᾿Εν τῷ μεταξύ οἱ ἄλλοι
δύο μοναχοί
εἶχαν ἐπιστρέψει στό μοναστήρι. Στήν ἐρώτηση τοῦ ῾Ηγούμενου, ποῦ εἶναι
ὁ
Θεόδωρος, τοῦ εἶπαν ὅτι ἀρρώστησε καί ἔμεινε στήν πόλη. ῾Ο ῾Ηγούμενος
ἀνησύχησε
γιά τό Θεόδωρο καί ἐπέπληξε τούς μοναχούς πού τόν ἄφησαν ἄρρωστο καί
ἔφυγαν. Σέ
λίγες ἡμέρες ἐπέστρεψε ὁ Θεόδωρος στό Μοναστήρι καί ἔφερε τρεῖς φορές
περισσότερα χρήματα ἀπ’ ὅσα ἔφεραν οἱ ἄλλοι δύο μοναχοί καί γυρίζοντας
πρός τόν
῾Ηγούμενο τοῦ εἶπε· «Πατέρα, συγχώρησέ με, ἄργησα νά ἐπιστρέψω γιατί
ἀρρώστησα». Δέν εἶπε τήν ἀλήθεια,
ἀλλά τό ψέμα αὐτό
ἦταν σωτήριο, ὅπως ἀκριβῶς τοῦ εἶχε πεῖ καί ὁ ᾿Αρχιστράτηγος, πού τόν
βοήθησε
νά σωθεῖ. Δηλαδή τόν φώτισε νά πεῖ ὅ,τι εἶχαν πεῖ καί οἱ ἄλλοι δύο
μοναχοί, γιά
νά μή μάθει ὁ ῾Ηγούμενος τί ἔγινε. ᾿Επιστροφή στό σπίτι ῾Ο Θεόδωρος ἀπό
δόκιμος ἔπρεπε νά γίνει
ρασοφόρος. ῏Ηρθε πλέον ἡ στιγμή πού ὁ Θεός φώτισε τόν ῾Ηγούμενο νά
μάθει ὅτι ὁ
Θεόδωρος δέν ἦταν ὀρφανός, ἀλλά ζοῦσαν οἱ γονεῖς του καί τόν ἔστειλε νά
πάει νά
τούς βρεῖ καί νά πάρει τήν εὐχή τους. ῾Ο Θεόδωρος γύρισε
στούς γονεῖς του.
῎Εφθασε στό χωριό του, πῆγε στό σπίτι του, χτύπησε τήν πόρτα καί ζήτησε
ἀπό τή
γυναίκα πού τοῦ ἄνοιξε, νά τόν φιλοξενήσει. ῾Η γυναίκα αὐτή ἦταν ἡ
μητέρα του,
ἡ ὁποία ὅμως δέν τόν ἀναγνώρισε. Μέ χαρά τόν φιλοξένησε, ἀλλά τή
δουλειά της μέ
τή ρόκα δέν τή σταμάτησε. ῾Ο Θεόδωρος ἄρχισε νά τή ρωτάει γιά νά μάθει
πῶς
ζοῦν, μέ τί ἀσχολοῦνται καί ποιός εἶναι ζωντανός ἤ ποιός πέθανε. ῾Η
μητέρα του
τοῦ ἀπάντησε σέ ὅλα, ἀλλά ὅταν ἔφτασε στό σημεῖο τοῦ χαμοῦ τοῦ μικροῦ
της
Θεόδωρου μέσα στό δάσος, λύγισε καί ξέσπασε σέ δάκρυα. ῾Ο Θεόδωρος τή ρώτησε·
«Μήπως αὐτό τό
παιδί εἶχε κάποιο σημάδι, ἀπό τό ὁποῖο θά μποροῦσε κάποιος νά τό
ἀναγνωρίσει;»
᾿Εκείνη ἀμέσως τοῦ ἀπάντησε· «Ναί, τό παιδί μου εἶχε ἕνα σημάδι, μιά
μεγάλη
ἐλιά πίσω ἀπό τό δεξί του αὐτί». Τότε ὁ Θεόδωρος σήκωσε τά μαλλιά του
καί τό
ἔδειξε. ῾Η γυναίκα βλέποντας τήν ἐλιά καί κοιτάζοντάς τον καλά στό
πρόσωπο
ἀναγνώρισε πώς αὐτός ἦταν ὁ ἀγαπημένος της γιός, ὁ Θεόδωρος. Μέ
συγκίνηση καί
χαρά τόν ἀγκάλιασε καί τόν φίλησε. ῾Ο Θεόδωρος ἔμεινε γιά λίγο στό
σπίτι, κοντά
στούς γονεῖς του. ῎Επρεπε ὅμως νά ἐπιστρέψει στό ῞Αγιο ῎Ορος. Πῆρε τήν
εὐχή τῶν
γονιῶν του καί τήν εὐλογία ἀπό τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Καζάν πού
τοῦ ἔδωσαν
καί ἐπέστρεψε στό κοινόβιό του γεμάτος χαρά. Χειροτονία τοῦ
Θεόδωρου στά 18 του χρόνια τό
1859 ῾Ο ῾Ηγούμενος μετά τήν
ἐπιστροφή του,
πίστεψε ὅτι ἦταν ἕτοιμος γιά χειροτονία. ῾Ο ἴδιος ἐτέλεσε τό μυστήριο
καί ἔδωσε
στό Θεόδωρο, τό νέο κατά Θεό ὄνομά του, πού ἦταν Θεοδόσιος. Τό ἔργο τοῦ
Θεοδοσίου σέ διάφορες ἀποστολές
του. ῞Υστερα ἀπό τή
χειροτονία του, ἄγνωστο
σέ πόσο διάστημα ἀκριβῶς, ἔστειλαν τόν μοναχό Θεοδόσιο ἀπό τό κοινόβιο
τῆς
Τιμίας ζώνης τῆς Παναγίας τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, στό ὁμώνυμο κοινόβιο
(Ρώσικο) στήν
Κων/λη. Σ’ αὐτό ἔμεινε πέντε χρόνια, ἐξυπηρετῶντας συνεχῶς τούς Ρώσους
προσκυνητές, ἀνάλογα μέ τήν ἀνάγκη τοῦ καθενός. Μετά τό τέλος αὐτῆς τῆς
ἀποστολῆς ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ τόν ἔστειλε στή «γῆ τῆς ἐπαγγελίας», ὅπως
λέγονταν
τά ῾Ιεροσόλυμα. ῾Η παράδοση λέει ὅτι ἔμεινε ἐκεῖ πενήντα χρόνια.
Προσευχόταν
κοντά στόν τάφο τοῦ Χριστοῦ. ῾Η θέλησή του νά ἀποκτήσει γνώσεις, γιά νά
βοηθάει
τούς πάντες, ἦταν μεγάλη. Γι’ αὐτό, ὅπως λέγεται, μιλοῦσε 14 γλῶσσες μέ
τήν
χάρη τοῦ Θεοῦ. ῎Εγινε προσκυνητής σέ ὅλα τά ἱερά προσκυνήματα. Δηλαδή
περπάτησε
ὅπου εἶχε περπατήσει ὁ Σωτήρας Χριστός. ῾Η προσφορά του ἦταν τόσο
μεγάλη πού ὁ
λαός τοῦ ἔδωσε τό ὄνομα «παππούλης ὁ ῾Ιεροσολυμίτης» ἤ Στάρετς
Θεοδόσιος ὁ
῾Ιεροσολυμίτης. ᾿Απ’ τήν ἀποστολή του στά ῾Ιεροσόλυμα μᾶς διαφεύγουν
πολλά
γεγονότα, γιατί δέν ὑπάρχουν ντοκουμέντα. Τατιανή ἡ ὑποτακτική Κάποια φορά ἀνάμεσα
στούς πολλούς, τόν
ἐπισκέφθηκε καί μιά μητέρα μέ τήν 14χρονη κόρη της, γιά νά τόν
γνωρίσουν καί νά
πάρουν τήν εὐλογία του. ῾Η μικρή ὅμως τόσο πολύ ἐπηρεάστηκε, πού
ἀποφάσισε νά
γίνει μοναχή, νά μείνει στά ῾Ιεροσόλυμα ἤ ὅπου ἀλλοῦ βρισκόταν ὁ
Στάρετς καί νά
τόν βοηθάει ὅσο θά ζοῦσε. Τό ὄνομά της ἦταν Τατιανή. ᾿Αποστολή στό ῞Αγιο
῎Ορος
Παρέμεινε ὁ
῾Ιερομόναχος Θεοδόσιος ὡς
ὑποτακτικός τοῦ ᾿Ιωαννίκιου μέχρι τό θάνατό του τό 1901. Μετά τό θάνατό
του καί
σύμφωνα μέ τήν ῾Αγιορείτικη παράδοση ὁ ῾Ιερομόναχος Θεοδόσιος τόν
διαδέχθηκε ὡς
῾Ηγούμενος τοῦ κοινοβίου. ᾿Επειδή ὅμως οἱ πολλές εὐθύνες τόν ἀποσποῦσαν
ἀπό τό
καθαρά πνευματικό του ἔργο, ὕστερα ἀπό λίγο καιρό ἐπέστρεψε στά
῾Ιεροσόλυμα,
ὅπου ἔγινε μεγαλόσχημος μοναχός. Λέγεται πώς ἐκεῖ τόν
ἐπισκέφθηκε
κάποιος Ρῶσος ἀξιωματοῦχος καί συνταξιοῦχος καί τόν παρότρυνε νά
γυρίσει στή
Ρωσία, ἐπειδή ἐκεῖ τόν εἶχαν μεγαλύτερη ἀνάγκη. ῾Ο Θεοδόσιος συνδύασε
αὐτό τό
κάλεσμα μέ τήν ἐντολή πού εἶχε πάρει καί ὁ ἴδιος ἀπό τήν Παναγία, νά
γυρίσει
πίσω στή Ρωσία, στό χωριό Πλατνιρόφκα. Αὐτό βέβαια δέν τό ὁμολόγησε
ποτέ ὁ
῾Ιερομ. Θεοδόσιος, ἀλλά ὕστερα ἀπό λίγο καιρό τό διέδωσε κάποιο
πνευματικό
παιδί του, ἡ ᾿Αντωνία, μέ δική της πρωτοβουλία. ῾Ο ῾Ιερομ. Θεοδόσιος
πῆρε ἀπό τά
῾Ιεροσόλυμα κάποια ἀντικείμενα μεγάλης πνευματικῆς ἀξίας, γιά νά τά
μεταφέρει
στή Ρωσία. Οἱ δαίμονες μέ πολλούς τρόπους προσπάθησαν νά τόν ἐμποδίσουν
νά τά
πάρει μαζί του. ᾿Αλλά μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ δέν κατάφεραν νά τό
πετύχουν. Τόν
῾Ιερομ. Θεοδόσιο ἀκολούθησε στή Ρωσία καί ἡ μοναχή Τατιανή. ᾿Επιστροφή στή Ρωσία Κατ’ ἀρχάς ὁ ῾Ιερομ.
Θεοδόσιος
ἐπέστρεψε στή Ρωσία, στήν πόλη Πλατνιρόφκα, ὅπου ἔμεινε ἕνα ὁλόκληρο
χρόνο. ῾Η
φήμη τῆς ἐπιστροφῆς του ἁπλώθηκε γρήγορα καί πολύς κόσμος τόν
ἐπισκεπτόταν γιά
εὐλογία καί πνευματική του στήριξη. ῾Ο ῾Ιερομ. Θεοδόσιος
μέ τήν ἴδια
πάντοτε καλοπροαίρετη διάθεση προσέγγιζε τούς ἀνθρώπους πού τόν
ἐπισκέπτονταν.
Μαρτυρίες ἀναφέρουν ὅτι τόν ἐπισκέπτονταν 500 ἄτομα καθημερινά. ῾Ο λαός
αὐτός
τόν ἀναγνώρισε ὡς ὑπηρέτη τοῦ Θεοῦ καί προστάτη τῶν ἀδυνάτων καί
ἀναξιοπαθούντων.
῾Ο ῾Ιερομ. Θεοδόσιος μέ τό προφητικό του χάρισμα -πού ποτέ δέν
ὁμολογοῦσε ὡς
δικό του, ἀλλά τό ἀπέδιδε πάντοτε στό Θεό-, γνώριζε τά παραπτώματα τοῦ
καθενός,
γι’ αὐτό καί τούς ἐπιτιμοῦσε γιά νά διορθωθοῦν. Μέ αὐτό τό χάρισμα
κατάφερε νά
θεραπεύσει τίς ἀσθένειες τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος πολλῶν ἀνθρώπων.
Μέχρι τό
θάνατό του ἀκολούθησε αὐτή τήν ὠφέλιμη τακτική καί κατάφερε νά ὁδηγήσει
πολλούς
στό δρόμο τῆς σωτηρίας. Σημάδι Θεοῦ γιά τό
ποῦ νά χτιστεῖ ὁ ναός Μέσα σέ κάποιο μικρό
ρῆγμα, κατ’
οἰκονομία Θεοῦ, φάνηκε τό σημάδι γιά τό ποῦ ἔπρεπε νά χτιστεῖ μιά
ἐκκλησία.
῾Υπῆρχε μέσα σ’ αὐτό μιά πέτρα πάνω στήν ὁποία ἦταν γονατιστός ὁ
῾Ιερομ.
Θεοδόσιος ἑπτά ἡμερόνυχτα καί προσευχόταν. ᾿Εκεῖ παρουσιάστηκε ἡ
Παναγία καί
τοῦ ὑπέδειξε τόν τόπο πού θά χτιστεῖ ἡ ἐκκλησία καί ὁ χῶρος στόν ὁποῖο
θά
ἑτοιμάζονται τά πρόσφορα. Ποιό ἦταν τό σημάδι; Πάνω στήν πέτρα φύτρωσε
καί
ἄνθισε θαυματουργικῶς ἕνα λουλούδι. Κατ’ ἀρχάς ὁ ῾Ιερομ.
Θεοδόσιος μέ τή
βοήθεια κατοίκων ἀπό τά κοντινά χωριά ἔφτιαξε μιά μικρή ἐκκλησία καί
ἕνα μικρό χῶρο
γιά τά πρόσφορα. ᾿Επιπλέον ἔφτιαξαν καί πολλά πρόχειρα κελιά ἀπό βέργες
καί
ἄχυρο. Αὐτά ὅμως διατηρήθηκαν γιά μικρό διάστημα, ἀφοῦ σέ λίγο ὅλα
καταστράφηκαν ἀπό τίς ἄγριες συνθῆκες πού ἐπικρατοῦσαν. Σ’ αὐτά τά
κτίσματα
ἀρχικά ἔμειναν ὁ ῾Ιερομ. Θεοδόσιος καί οἱ δύο μοναχές, ὡς βοηθοί καί
πνευματικά
παιδιά του. Σ’ αὐτόν τόν ξερό
τόπο, μέ προσευχή τοῦ
Θεοδόσιου, ἀνέβλυσε θεραπευτικό νερό καί ὁ κόσμος μέ περισσότερη πίστη
ἐρχόταν
ἐκεῖ γιά νά λυτρωθεῖ ἀπ’ ὅ,τι τόν ταλαιπωροῦσε. ῞Ολοι ὅμως πίστευαν πώς
τό «ζῶν
ὕδωρ» ἦταν ὁ ῾Ιερομ. Θεοδόσιος, πού μέ τό λόγο του ξεκούραζε τίς ψυχές
τῶν
ἀνθρώπων. Γεγονότα πού πρέπει
νά προσέξουμε ᾿Ανάμεσα σέ πολλούς
πού ἤθελαν νά
ἐπισκεφθοῦν τόν ῾Ιεροσολυμίτη ἦταν καί τρία μικρά κορίτσια. ῾Η ῎Αννα
(11
χρόνων), ἡ Λιούμπα (᾿Αγάπη, 12 χρόνων) καί ἡ ῎Αννα (10 χρόνων). Εἶχαν μάθει κι’ αὐτές
ἀπό τίς γιαγιάδες
τους γιά τήν προφητική ἱκανότητα τοῦ Γέροντα, ὅτι δηλαδή γνώριζε τίς
ἁμαρτίες
τῶν ἀνθρώπων καί ζήτησαν νά τίς πάρουν μαζί τους, ὅταν θά πήγαιναν νά
τόν
ἐπισκεφθοῦν. ᾿Εκεῖνες ὅμως δέν τίς πῆραν, βρίσκοντας δικαιολογία ὅτι
ἦταν πολύ
μακριά. ῞Οταν οἱ γιαγιάδες συνάντησαν τόν Γέροντα Θεοδόσιο καί τίς
ρώτησε, ποῦ
εἶναι οἱ μικρές πού ἤθελαν τόσο νά τόν ἐπισκεφθοῦν, ἐκεῖνες κατάλαβαν
ὅτι
γνώριζε τά πάντα μέ τήν προφητική του ἱκανότητα καί τοῦ ζήτησαν
συγνώμη. ῾Ο
γέροντας Θεοδόσιος τούς ἔδωσε νά πᾶνε στίς μικρές τά ἑξῆς· Τρία κομμάτια
πρόσφορο, τρία κομμάτια
ζάχαρη, τρία ἁλμυρά μανιτάρια καί τρία μικρά ἀγγουράκια. «Θά τούς τά
δώσετε νά
τά φᾶνε, ὅπου κι’ ἄν βρίσκονται». Αὐτός ὅμως ἤξερε ποῦ βρίσκονταν. Οἱ
γιαγιάδες
φτάνοντας στό χωριό τους, τίς βρῆκαν στό προαύλιο τῆς ἐκκλησίας, τούς
δώσανε τά
κεράσματα τοῦ γέροντα Θεοδοσίου καί τά ἔφαγαν. ᾿Αμέσως ἔνιωσαν νά
πλημμυρίζουν
ἀπό χαρά καί ἡ λαχτάρα τους νά τόν συναντήσουν στό ἡσυχαστήριό του
ἔγινε
μεγαλύτερη. Οἱ γιαγιάδες πῆραν
ὕστερα ἀπ’ ὅλα αὐτά
τήν ἀπόφαση νά πᾶνε μέ τά παιδιά νά ἐπισκεφθοῦν τόν γέροντα Θεοδόσιο.
῞Οταν
ἔφτασαν μίλησε πρῶτα στίς γιαγιάδες καί μετά πῆρε τά κοριτσάκια
ξεχωριστά καί
τούς εἶπε· «Πόσο θἄθελα ἔτσι ὅπως εἶστε νά σᾶς ἔστελνα κατ’ εὐθείαν στό
Θεό». ῎Εμειναν γιά λίγο
καιρό μέ τίς
γιαγιάδες τους στό ἡσυχαστήριο παρόλο πού ἡ ἐπιθυμία τους ἦταν νά
μείνουν
μόνιμα ἐκεῖ. ῞Οταν γύρισαν στά
σπίτια τους, ἄρχισαν
νά σκέπτονται μέ ποιό τρόπο θά ἔφευγαν, ἀφοῦ οἱ γονεῖς τους θά τίς
ἐμπόδιζαν νά
γυρίσουν κοντά στόν «παππούλη τόν ῾Ιεροσολυμίτη». Γι’ αὐτό τά σχεδίασαν
ὅλα
μυστικά. Τό τελευταῖο βράδυ ζήτησαν συγνώμη ἀπό τούς γονεῖς τους καί
παρακάλεσαν τό φύλακα ῎Αγγελό τους νά τίς βοηθήσει. ῞Οταν ὅλοι
κοιμήθηκαν
σηκώθηκαν κι’ ἔφυγαν. ῾Ο
ἐρχομός τῶν παιδιῶν στό μοναστήρι καί ἡ ἱστορία τους Τό μοναστήρι ἦταν πολύ
μακριά κι’ ὁ
φόβος πού φώλιαζε μέσ’ τίς καρδοῦλες τους ἦταν πολύ μεγάλος.
Περπατοῦσαν μέσα
στή νύχτα καί ἀγωνιοῦσαν γιά τό τί θά μποροῦσε νά συμβεῖ. ᾿Από ἐπίθεση
σκύλων,
μέχρι κάθε μορφῆς ἀπρόοπτο. Πιάστηκαν ὅμως χέρι-χέρι γιά νά παίρνει
δύναμη ἡ
μία ἀπό τήν ἄλλη. Μέ συνεχή προσευχή ζητοῦσαν ἀπό τόν ῎Αγγελό τους νά
τίς
βοηθήσει νά φθάσουν σῶες στόν προορισμό τους. Ξημερώματα ἔφθασαν κοντά
στή μονή
καί ὁ ῾Ιερομόναχος Θεοδόσιος εἶχε βγεῖ στό δρόμο μέ τό σταυρό στό χέρι
γιά νά
τίς προϋπαντήσει... Τό πρωΐ οἱ γονεῖς
τους, ξύπνησαν καί
τίς ἀναζήτησαν. ῞Οταν δέν τίς βρῆκαν, γεμάτοι ἀπό ἀγωνία βγῆκαν στούς
δρόμους,
συνεχίζοντας τό ψάξιμο. Ρωτοῦσαν ὅποιον ἔβλεπαν. ᾿Απ’ τούς ἀνθρώπους
φύλαξης τῆς
περιοχῆς περίμεναν κάτι νά μάθουν. Κανένας ὅμως δέν τίς εἶχε δεῖ
πουθενά. ῞Οταν
τό ἔμαθαν οἱ γιαγιάδες σκέφθηκαν, ὅτι μόνο ὁ γέροντας Θεοδόσιος θά
μποροῦσε νά
βοηθήσει τίς μητέρες τους. ᾿Εκεῖνες τότε ξεκίνησαν γιά νά φθάσουν τό
γρηγορότερο στό ἡσυχαστήριο. ῞Οταν ἔφθασαν, ζήτησαν
ἀπό τό γέροντα
Θεοδόσιο νά τούς πεῖ ποῦ μποροῦσαν νά βροῦν τά παιδιά τους. ῾Ο
῾Ιερομόναχος
Θεοδόσιος τούς εἶπε· «Τά παιδιά εἶναι ἐδῶ, τά ἔφερε ὁ Θεός, ἀλλά ἡ
γνώμη μου
εἶναι νά τά ἀφήσετε στό μοναστήρι πρός σωτηρία τῆς ψυχῆς τους». Δέν τίς
ἐμπόδισε ὅμως νά κάνουν αὐτό πού ἤθελαν. ῾Η 12χρονη ῎Αννα ῞Οταν μετά ἀπό λίγο
καιρό ἔφυγε ἀπό τό
μοναστήρι καί ἔφτασε στό σπίτι της μέ τή μητέρα της, βρῆκαν τόν πατέρα
της
ἄρρωστο. Συζήτησαν ὅμως ὅλοι μαζί τό συμβάν καί οἱ γονεῖς θυμήθηκαν τό
τάμα,
πού εἶχαν κάνει πρός τό Θεό, νά τοῦ τήν ἀφιερώσουν ὅταν γεννηθεῖ, ἀφοῦ
πρίν ἀπό
τήν ῎Αννα ὅλα τά παιδιά τους πέθαιναν. ᾿Αποφάσισαν λοιπόν, ἔστω καί
καθυστερημένα, νά ἐκπληρώσουν τό τάμα τους καί νά ἐπιτρέψουν στήν ῎Αννα
νά
ἐπιστρέψει στή μονή, ἀφοῦ κι’ αὐτή τό ἤθελε πάρα πολύ. ῾Η 20χρονη ῎Αννα ῞Υστερα ἀπό λίγο
καιρό, μετανοημένη ἡ
μητέρα της ἦρθε νά τήν πάρει ἀπό τό μοναστήρι. Πρίν φύγουν ὅμως ὁ
γέροντας
Θεοδόσιος τούς ἔδωσε ἕνα αὐγό ἀπό τήν κλῶσα καί τούς εἶπε· «Πάρε τόν
Πέτρο,
αὐτός θά λαλήσει, ὅπως ἔγινε μέ τόν ᾿Απόστολο Πέτρο, ὅταν ἀρνήθηκε τόν
Χριστό».
῞Οταν ἔφτασαν στό σπίτι καί κάποια στιγμή τό αὐγό ἔγινε κλωσόπουλο,
ἄρχισαν νά
φαίνονται τά σημάδια τῆς δοκιμασίας τους. Τό κλωσόπουλο ἦταν
πετεινάρι καί τό
ὀνόμασαν Πέτρο. Μεγαλώνοντας τό πετεινάρι ἔγινε ἄγριος πετεινός καί
ἀναγκάστηκαν νά τόν σφάξουν. ῞Οταν ἡ ῎Αννα μεγάλωσε καί παντρεύτηκε, ὁ
ἄντρας
της ἦταν μέθυσος, βίαιος καί τόν ἔλεγαν Πέτρο. ῎Εζησε κοντά του
βασανιστικά καί
γλίτωσε ἀπ’ αὐτόν μόνο, ὅταν τόν πῆραν στόν πόλεμο κι’ ἐκεῖ σκοτώθηκε!
᾿Αλλά ἡ
ταλαιπωρία της ὅσο ζοῦσε ἦταν μεγάλη, μέ τά δυό ἀνάπηρα παιδιά της. ῾Η 12χρονη Λιούμπα
(᾿Αγάπη) ῎Αν καί οἱ γονεῖς της
ἦταν εὐγενεῖς καί
πλούσιοι καί εἶχε τά πάντα, δέν τήν πίεσαν νά κάνει κάτι ἀντίθετο ἀπό
τή θέλησή
της κι’ ἔτσι ἔμεινε στό ἡσυχαστήριο. ῏Ηταν ἡ πιό κερδισμένη πρός δόξα
Θεοῦ καί
λύτρωση τῆς ψυχῆς της. ᾿Επειδή ἤξερε γράμματα, δίδασκε τά παιδιά τοῦ
κοντινοῦ
χωριοῦ, ἀλλά καί ἄλλα παιδιά, πού πήγαιναν νά μείνουν ἐκεῖ γιά κάποιο
καιρό. Διηγήματα πού ἀξίζει
νά γνωρίζουμε. ῾Η φτωχή μητέρα μέ
τήν κόρη της Μέσ’ τούς πολλούς
ἐπισκέπτες πού πῆγαν
νά συναντήσουν τόν Στάρετς, ἦταν καί μιά φτωχή μητέρα μέ τήν κόρη της.
῞Οταν ὁ
γέροντας Θεοδόσιος εἶδε τή μικρή, ζήτησε ἀπό τή μητέρα της νά τήν
ἀφήσει στή
μονή, γιά νά γίνει νύμφη τοῦ Χριστοῦ. ῾Η μητέρα ὅμως τοῦ ἀρνήθηκε,
γιατί ἡ κόρη
της ἦταν ὁ μοναδικός βοηθός της καί πρόσεχε τά ἄλλα παιδιά της, ὅταν
αὐτή
πήγαινε γιά δουλειές. Τότε ὁ Στάρετς τῆς
ἔδωσε ἕνα καλαμπόκι
καί τῆς εἶπε νά τό βάλει στά εἰκονίσματα καί ποτέ στό ἑξῆς ἡ οἰκογένεια
δέν θά
πεινοῦσε. ῎Ετσι ἡ μητέρα ἄφησε τό κοριτσάκι της στό ἐρημητήριο τοῦ
γέροντα
Θεοδόσιου καί ὅταν ἔφτασε στό σπίτι, ἔκανε ὅ,τι ἀκριβῶς τῆς εἶπε ὁ
γέροντας
Θεοδόσιος μέ τό καλαμπόκι. Κάποια μέρα ἕνας πλούσιος γαιοκτήμονας πῆγε
στό
σπίτι της καί τῆς ζήτησε νά πάει γιά δουλειά. ᾿Εκείνη ὅμως ἀρνήθηκε καί
τοῦ
ἐξήγησε ὅτι δέν εἶχε κάποιον γιά νά προσέχει τά παιδιά της. Αὐτός ὅμως
συμφώνησε νά πάρει καί τά παιδιά μαζί της. ῎Ετσι βρέθηκε ὁ τρόπος νά
ζήσει ἡ
οἰκογένειά της ἄνετα καί νἄχει καί πολύ καλή πληρωμή. Σ’ ὅλη της τή ζωή
δέν
ἀντιμετώπισε καμιά ἀνάγκη. ῾Η κόρη της σέ λίγο καιρό ἀρρώστησε καί
πέθανε, ἀλλά
εἶχε προλάβει νά πάρει τό σχῆμα τῆς μοναχῆς καί νά φύγει ἀπό αὐτή τή
ζωή ὡς
νύμφη Χριστοῦ. Διήγημα ᾿Ανυσίας Μαζί μέ τίς φίλες της
ἡ ᾿Ανυσία
ἐπισκέφθηκε τό ἐρημητήριο τοῦ ῾Ιεροσολυμίτη, γιά νά τόν δεῖ καί νά
πάρει τήν
εὐλογία του. ῞Οταν, ὅμως, ἦρθε ἡ ὥρα μετά τή συνάντησή τους νά φύγουν,
ἔδωσε ὁ
Στάρετς στήν ᾿Ανυσία τρεῖς τσάντες ραμμένες ἀπό ὕφασμα καί τῆς εἶπε πώς
αὐτές
θά γεμίσουν ἀπό τά δάκρυά της. ῾Η ᾿Ανυσία ἀπόρησε,
γιατί ποτέ δέν εἶχε
κλάψει, παρά τά ὅσα εἶχε περάσει μέ τόν κακό ἄντρα της. Μετά τό θάνατο
τοῦ
ἄνδρα της, ζοῦσε μέ τούς δύο γιούς της καί τά ἐννέα ἐγγόνια της καί
χαιρόταν
μόνο πού ἦταν ὅλοι μαζί καί τήν ἀγαποῦσαν. ῞Υστερα ὅμως ἀπό καιρό ἔζησε
μιά
μεγάλη δοκιμασία. ῎Εχασε ὅλη τήν οἰκογένειά της ἀπό ἐπιδημία καί γέμισε
μέ
δάκρυα πολύ περισσότερες ἀπό τίς τρεῖς τσάντες πού τίς εἶχε δώσει ὁ
γέροντας
Θεοδόσιος. ᾿Αργότερα, πού ἐπισκέφτηκε τόν γέροντα Θεοδόσιο, γονατιστή
καί
κλαίγοντας ἀσταμάτητα ζητοῦσε νά μάθει, πῶς γνώριζε γιά τήν δυστυχία
πού θά
ζοῦσε. Κι’ ὁ γέροντας Θεοδόσιος ἀπάντησε· «῾Ο Θεός φανέρωσε». ῏Ηταν μιά
ἀλληγορική φράση πού ἔλεγε, γιά νά μή φανερώσει τό προφητικό του
χάρισμα. Διήγημα τῆς Βάσιας,
γυναίκας τοῦ Φρουράρχου
τοῦ Ροστώφ ῾Η Βάσια, γυναίκα τοῦ
Φρουράρχου τοῦ
Ροστώφ ἀπό περιέργεια καί μόνον, ὅταν ἔμαθε γιά τόν ῾Ιεροσολυμίτη, πῆγε
μαζί μέ
ἄλλες κι’ αὐτή νά τόν γνωρίσει. Δέν πίστευε ὅμως καί ἔλεγε στούς
συνταξιδιῶτες
της· «῎Αν ὁ παπᾶς εἶναι τόσο καλός, ὅσο λέτε, πρέπει νά κάνει κάποιο
θαῦμα, γιά
νά πιστέψω κι’ ἐγώ στό Θεό». ῾Η Βάσια ξεχώριζε ἀπ’ ὅλες τίς ἄλλες
γυναῖκες ἀπό
τά ροῦχα καί τά στολίδια πού φοροῦσε. Αὐτό ὅμως δέν ἐμπόδισε τό γέροντα
Θεοδόσιο, ἀφοῦ τούς εὐλόγησε καί τούς πρόσφερε φαγητό, νά τούς στείλει
ὅλους
καί τή Βάσια μαζί, στό δάσος γιά νά κόψουν ξύλα. ῾Η Βάσια ἔμεινε κοντά
του, γιά νά τόν
βοηθήσει νά κόψει τά ξύλα μέ τό τσεκούρι. ᾿Απρόσεκτη ὅμως, ἡ Βάσια
ἔβαλε τό
χέρι της κοντά στό τσεκούρι καί ὁ Θεοδόσιος ἔκοψε ἕνα δάχτυλο ἀπό τό
δεξί της
χέρι. ῾Ο Στάρετς πῆρε τό δάχτυλο ἀπό κάτω καί λέει· «Δέν εἶναι θαῦμα
αὐτό τό
δάχτυλό σου;» Τό τύλιξε μέσα σέ φύλλα καί τὄβαλε στήν τσέπη του. ῾Η Βάσια κοκάλωσε ἀπό
τό φόβο της καί
δέν μποροῦσε νά πεῖ λέξη. Μέ ἀγωνία κοιτοῦσε τό αἷμα πού ἔτρεχε ἀπό τό
χέρι
της. ῾Ο Στάρετς ἀμέσως τῆς πῆρε τό χέρι καί ἄρχισε νά προσεύχεται καί
νά ζητᾶ
ἀπ’ τόν Θεό Πατέρα νά τή θεραπεύσει. Μετά ἔκοψε χορταράκια, ἔβγαλε ἀπ’
τήν
τσέπη του τό δάχτυλο, τό ἔβαλε στό χέρι, τό τύλιξε μ’ αὐτά καί μέ
φυτίλι ἀπό τή
λαμπάδα πού ἔφερε ἡ ὑποτακτική του τό ἔδεσε μ’ ἕνα πανί. ῾Η Βάσια
κοιτοῦσε
ἀπορημένη καί σκεπτόταν πώς ὅλα αὐτά τά βρώμικα ὑλικά (χόρτα, φυτίλι,
πανί)
ἐπάνω στό δάχτυλο της μποροῦσαν νά τό μολύνουν καί νά τῆς κόψουν ὅλο τό
χέρι. ῾Η Βάσια περίμενε ὅτι
ὕστερα ἀπ’ ὅλα
αὐτά θά τήν ἔστελνε ὁ Θεοδόσιος νά ξεκουραστεῖ. ᾿Εκεῖνος ὅμως μόνο τήν
εὐλόγησε
καί τήν ἔστειλε νά πάρει ἕνα φτυάρι καί νά πᾶνε στό χωράφι γιά δουλειά.
Τήν
ἑπόμενη μέρα μετά τή Λειτουργία κι’ ἐνῶ ὅλοι εἶχαν βγεῖ ἔξω ἀπό τό ναό
φώναξε
τή Βάσια, ξετύλιξε τό χέρι της καί τῆς εἶπε· «Κούνησε τό δάχτυλό σου».
Αὐτή φοβόταν
καί νά ἀναπνεύσει ἀκόμα μή τυχόν καί ξεκολλήσει. Αὐτό ὅμως ἦταν γερά
στή θέση
του σάν νά μήν εἶχε συμβεῖ τίποτα. Μόνο στό σημεῖο τῆς συγκόλλησης
ὑπῆρχε ἕνα
σημάδι σάν ἕνα ρόζ δαχτυλίδι. ῾Η Βάσια μπόρεσε νά κουνήσει τό δάχτυλό
της ὅπως
πρίν. Μ’ αὐτόν τόν τρόπον ὁ Θεός καί μέ ὑπηρέτη του τόν Θεοδόσιο, ἔφερε
τή
Βάσια κοντά του ὥστε νά πιστεύψει. ῞Υστερα ἀπό τρεῖς
ἡμέρες ἡ Βάσια
ἑτοιμαζόταν νά φύγει, ἀλλά προτοῦ γίνει αὐτό, ὁ γέροντας Θεοδόσιος τῆς
ζήτησε
νά ἀλλάξει αὐτά πού φοροῦσε καί νά ντυθεῖ μέ ἀλλοπρόσαλλα ροῦχα γιά νά
μοιάζει
σάν κλόουν. ῾Ο γέροντας Θεοδόσιος ἤξερε τό γιατί καί γι’ αὐτό τήν
προέτρεπε·
«Μέ αὐτά τά ροῦχα νά γυρίσεις καί μέ τόν τρόπο σου νά κάνεις καί τόν
ἄντρα σου
πιστό». ῞Οταν ἡ Βάσια γύρισε
σπίτι καί τήν εἶδε
ὁ ἄντρας της δέν τήν ἀναγνώρισε καί ζήτησε νά μάθει τί εἶχε συμβεῖ.
᾿Εκείνη
ὅσον ἀφορᾶ τά ροῦχα πού φοροῦσε ἔδειχνε νά μήν τήν ἐνοχλοῦν καί τοῦ
εἶπε πώς
ἦταν μιά χαρά. ῾Ο ἄντρας της πίστεψε
πώς ἡ Βάσια, ἡ
γυναίκα του, εἶχε τρελαθεῖ καί κάλεσε τούς ψυχίατρους νά τήν ἐξετάσουν.
Οἱ ἐξετάσεις
ἔδειξαν πώς ἦταν ὑγιής καί ἑπομένως ἡ ἀλλοπρόσαλλη εἰκόνα της ὀφειλόταν
στήν
πίστη της πρός τόν Θεό. ῾Ο ἄντρας της ὅμως δέν ἄντεξε τέτοια ἀλλαγή καί
ἄρχισε
νά τήν προσβάλλει, νά τήν χτυπᾶ καί νά τῆς κάνει τή ζωή δύσκολη. Στό
τέλος τήν
ἐγκατέλειψε καί ἔφυγε μέ ἄλλη γυναίκα. Λίγο καιρό ἀφότου ἔφυγε,
ἀρρώστησε ἀπό
πνευμονία καί μπῆκε στό νοσοκομεῖο. ῾Η Βάσια τόν ἐπισκέφτηκε στό
νοσοκομεῖο καί
αὐτός τήν παρακάλεσε νά τόν πάρει πάλι πίσω στό σπίτι. Τόν δέχτηκε πάλι
στό
σπίτι, τόν ἐξυπηρετοῦσε μέ ἀγάπη καί πέθανε ὡς Χριστιανός, ἀφοῦ ἡ Βάσια
τόν
βοήθησε νά μετανοήσει καί νά πιστέψει. ῾Η Βάσια πού ἦταν ἔγκυος γέννησε
ἕνα
κοριτσάκι πού τό μεγάλωσε μέ φόβο Θεοῦ καί ἔγινε πολύ πιστό. Διήγημα τῆς Βαρβάρας
ἀπό τό Ροστώφ περί τῶν δύο οὐράνιων
ἐπισκεπτῶν ῾Η δούλη τοῦ Θεοῦ
Βαρβάρα ἦρθε στό
ἐρημητήριο ἀπό τό Ροστώφ καί ἔμεινε ἐκεῖ γιά ἀρκετό καιρό. Κατά τή
διάρκεια τῆς
διαμονῆς της στό ἐρημητήριο εἶδε δύο ξεχωριστούς ὁδοιπόρους νά φθάνουν
ἐκεῖ καί
νά φιλοξενοῦνται γιά τρεῖς ἡμέρες. ῾Ο γέροντας Θεοδόσιος ἔμεινε μαζί
τους στό
κελί του καί συνεχῶς μιλοῦσαν. ῾Η Βαρβάρα τούς παρακολουθοῦσε ἀπό
μακριά, ἀλλά
ἔνιωθε νά τούς ἀγαπᾶ. Κι’ ὅταν εἶδε ὅτι ὁ Στάρετς θά πήγαινε μαζί τους
γιά νά
τούς κατευοδώσει, ἡ Βαρβάρα ζήτησε ἄδεια νά πάει κι’ αὐτή. Πῆρε τήν
εὐλογία καί
ἀκολούθησε. Στό δρόμο ἡ Βαρβάρα ἔβγαλε ὅσα λεφτά εἶχε καί τά ἔδωσε στόν
ἕναν
ἀπό τούς δύο γιά νά βγάλουν εἰσιτήρια. Αὐτός τῆς ἀπάντησε· «᾿Εμεῖς
ταξιδεύουμε
χωρίς εἰσιτήρια». ῾Η Βαρβάρα ὅμως ἐπέμενε τόσο πολύ πού τελικά τά πῆρε.
Μόλις
ἔφθασαν στό σταθμό οἱ ἐπισκέπτες ἐξαφανίστηκαν. ῾Η Βαρβάρα κατάλαβε ὅτι
δέν
ἦταν ἁπλοί ὁδοιπόροι καί ρωτοῦσε πιεστικά τόν Στάρετς νά τῆς πεῖ ποιοί
ἦταν.
«Αὐτός πού τοῦ ἔδωσες τά λεφτά ἦταν ὁ Προφήτης ᾿Ηλίας καί ὁ ἄλλος ὁ
᾿Ιάκωβος ὁ
᾿Αδελφόθεος».῾Ο γέροντας Θεοδόσιος τῆς ζήτησε νά τό κρατήσει αὐτό
μυστικό μέχρι
τό θάνατό του. ῾Η Βαρβάρα τήρησε τήν ὑπόσχεσή της. ῾Η Παρουσία τῆς
Παναγίας ῾Η Αἰκατερίνη ἀπό τό
Ροστώφ ἦλθε στό
ἐρημητήριο καί ἔμεινε γιά ἀρκετό καιρό. Μιά νύχτα πού ἐκτελοῦσε τήν
ἀποστολή
τοῦ φρουροῦ, σύμφωνα μέ τόν κανονισμό τῆς μονῆς κι’ ἐνῶ ὁ γέροντας
Θεοδόσιος
προσευχόταν πάνω στή πέτρα ὡς συνήθως, ξαφνικά εἶδε ὅτι ὅλος ὁ τόπος
φωτίστηκε
μέ ὑπερβολικό φῶς καί τά γύρω βουνά καί τά δάση πλημμύρισαν μέ τά
χρώματα τῆς
ἴριδος. Στήν συνέχεια
παρουσιάστηκε μιά ἀπείρου
κάλλους γυναίκα πλαισιωμένη ἀπό ἀκτῖνες φωτός, πλησίασε τό γέροντα
Θεοδόσιο,
ἔμεινε γιά λίγο κοντά του καί ἐξαφανίστηκε.
Μετά σιγά σιγά ἔσβησαν ὅλα τά φῶτα καί μόνο
ὅταν ὁ Στάρετς
ἀπομακρύνθηκε ἀπό τήν πέτρα ἔγινε κι’ αὐτός πηγή φωτός. ῾Η Αἰκατερίνη,
ξαφνιασμένη, τόλμησε νά τόν πλησιάσει καί νά τόν ρωτήσει ποιά ἦταν αὐτή
ἡ
θαυμάσια παρουσία. -
«῾Υποσχέσου μου ὅτι δέ θά πεῖς σέ κανέναν τίποτα καί θά
σοῦ πῶ». -
«Σοῦ ὑπόσχομαι ὅτι μόνο στήν κόρη μου θά τό πῶ». ῾Ο γέροντας Θεοδόσιος
ὁμολόγησε ὅτι ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἦταν αὐτή πού τούς ἐπισκέφτηκε. ῾Η παρουσία ᾿Ηλία
καί ᾿Ενώχ Μιά οἰκογένεια εἶχε
διπλή ἀποστολή ἐκ
Θεοῦ καί τήν ἔφερε εἰς πέρας. ῾Ο ἄντρας καί πατέρας μέ ἐντολή τῆς
Παναγίας πῆγε
σέ μοναστήρι καί ἔμεινε ὡς μοναχός. ῾Η γυναίκα καί μητέρα μέ τήν κόρη
της
ἔγιναν ταξιδιῶτες τοῦ Θεοῦ προσκυνητές ἀπό μοναστήρι σέ μοναστήρι. Τό
ὄνομα τῆς
μητέρας ἦταν Μαρία. ῞Υστερα ἀπό ὀχτώ χρόνια συνεχοῦς ὁδοιπορίας,
ἔφθασαν καί
στό ἐρημητήριο τοῦ γέροντα Θεοδοσίου καί ἔμειναν ἐκεῖ. Μιά νύχτα πού ἡ
μητέρα
Μαρία εἶχε ὡς ἀποστολή τή φύλαξη τῆς μονῆς, εἶδε δυνατό φῶς πού τή
θάμπωσε καί
πίστεψε πώς ἦταν πυρκαγιά. ῞Ομως παρά τόν ἔλεγχο πού ἔκανε δέν βρῆκε νά
καίγεται τίποτα. ῎Εφτασε μέχρι τήν πέτρα πού συνήθως προσευχόταν ὁ
Στάρετς.
Εἶδε δύο λαμπερούς ἄντρες πού μίλαγαν μαζί του. Αὐτή ξαφνιασμένη,
ἔμεινε
ἀκίνητη καί δέν κατάλαβε πόσο χρόνο ἔμεινε ἐκεῖ. ῞Οταν συνῆλθε, εἶχε
ξημερώσει
καί ὁ γέροντας Θεοδόσιος ἄρχιζε τή Λειτουργία. Μετά τό τέλος τῆς
Θείας Λειτουργίας,
πλησίασε ἡ Μαρία καί ρώτησε τό γέροντα Θεοδόσιο· - «Ποιοί ἦταν αὐτοί οἱ
ὑπέρλαμπροι
ἄντρες πού εἶδα τή νύχτα;» Στήν ἀρχή δέν ἤθελε νά τῆς πεῖ. ῞Ομως μέ τήν
ἐπιμονή
της κατάφερε νά μάθει ἀφοῦ τῆς ζήτησε αὐστηρά νά τοῦ ὑποσχεθεῖ ὅτι
μέχρι τό
θάνατό του δέ θά τό ἔλεγε σέ κανέναν. ᾿Αφοῦ τοῦ τό ὑποσχέθηκε ἡ Μαρία,
τῆς
φανέρωσε ὅτι αὐτοί ἦταν οἱ Προφῆτες ᾿Ηλίας καί ᾿Ενώχ. ῾Η Μαρία συνέχισε
τήν
ἀποστολή της κατά Θεό, ἐνῶ ἡ κόρη της ἀκολούθησε κοσμική ζωή. ῞Οταν
πέθανε ὁ
Στάρετς, ἐπισκέφτηκε τό μνῆμα του καί παρακάλεσε τίς ἄλλες μοναχές νά
τή θάψουν
κι’ αὐτήν κοντά του ὅταν πεθάνει. ῎Ετσι καί ἔγινε, παρ’ ὅλο πού ἡ κόρη
της στά
τελευταῖα της, ἐπειδή ἔμενε μαζί της, τῆς ἔκρυψε καί τά ροῦχα γιά νά μή
φύγει.
῾Η Μαρία ὅμως πῆρε δανεικά ροῦχα, ἀπό τή γειτόνισσα. Πῆγε στό Μινβόντι,
στό
μνῆμα τοῦ γέροντα Θεοδόσιου. Σέ λίγες ἡμέρες πέθανε καί ἡ κόρη της. Τήν
ἔθαψε
κοντά στόν τάφο τοῦ γέροντα. Θεοδόσιου κι’ ἔτσι ἔγινε ἡ ἐπιθυμία της. Πρόβλεψη
μαρτυρικοῦ θανάτου μιᾶς 16χρονης Πρίν τή γιορτή τῆς
Μεταμορφώσεως, ὁ
γέροντας Θεοδόσιος ἔστειλε τήν ὑποτακτική του ῎Αννα μέ ἄλλες μοναχές νά
πᾶνε
στήν πόλη καί νά προμηθευτοῦν τά ἀπαραίτητα γιά τό μοναστήρι καί τή
γιορτή. ῞Οταν ἔφτασαν καί
τελείωσαν τήν ἀγορά
τῶν προμηθειῶν, εἶχε ἤδη βραδυάσει. Φιλοξενήθηκαν στό σπίτι ἑνός
χωρικοῦ καί
κοιμήθηκαν στήν αὐλή τοῦ σπιτιοῦ του. ῾Η ῎Αννα ἔμαθε ἀπό τήν κόρη τοῦ
χωρικοῦ,
ὅτι ἡ ἐπιθυμία της ἦταν νά ἔρθει κι’ αὐτή μαζί τους στό ἐρημητήριο. ῾Η
῎Αννα
ὅμως τῆς ἐξήγησε, ὅτι ἦταν πολύ μικρή καί ὁ Στάρετς δέ θά τήν δεχόταν,
ἀφοῦ
εἶχε ἀρνηθεῖ καί στήν ἀδελφή της πού ἦταν μεγαλύτερη (16 χρονῶν). Τῆς
εἶπε ὅτι
ὑπῆρχε κι’ ἄλλος τρόπος νά σώσει κάποιος τήν ψυχή του, ὅπως τό
μαρτύριο,
δηλαδή, αὐτός πού θά εἶχε μαρτυρικό θάνατο θά λογιζόταν ὡς Μάρτυρας τοῦ
Θεοῦ. Καθώς συζητοῦσαν οἱ
κοπέλες εἶδαν ν’
ἀνοίγει ἡ ἐξώπορτα καί νά μπαίνει ὁ Στάρετς μέσα στό σπίτι. Μετά ἀπό
λίγο
ἀκούστηκαν μελωδικές ψαλμωδίες. Σηκώθηκαν κι’ αὐτές καί πῆγαν νά
προσευχηθοῦν
μαζί του. Χτύπησαν τήν πόρτα πού ἦταν κλειστή, τούς ἄνοιξε ὁ πατέρας
τῆς μικρῆς
καί τούς ρώτησε τί ἤθελαν. ᾿Απάντησαν· «᾿Επειδή ἦρθε ὁ Στάρετς νά κάνει
Παράκληση, θέλουμε κι’ ἐμεῖς νά συμμετάσχουμε». ῾Ο πατέρας ἀπορημένος
τούς
εἶπε· «Δέν ἦρθε κανένας ἐδῶ, ὅλοι κοιμοῦνται». Τό ἄλλο πρωΐ ἡ ῎Αννα
ἔφυγε καί
πῆγε στό ἐρημητήριο. Μόλις ἔφθασε, περιέγραψε στό Στάρετς ὅσα
συνέβησαν.
᾿Εκεῖνος, ὡς συνήθως, ἀπάντησε ἀλληγορικά ὅτι· «῾Ο θεῖος του, ἄν καί
ἦταν
τυφλός καί κουτσός, προλάβαινε νά πηγαίνει παντοῦ»!* Μετά ἀπό λίγο καιρό ἡ
16χρονη πῆγε γιά
προσκύνημα στό κοντινό μοναστήρι τοῦ χωριοῦ της, στό Τέμνιγε Μπούκι.
῎Ετυχε
τότε νά εἰσβάλουν οἱ κομμουνιστές (ὡς κρατική ἐξουσία) στό μοναστήρι
καί νά
πιάσουν αἰχμαλώτους ὅλους τούς μοναχούς, τίς μοναχές καί τόν ῾Ιερέα.
Μαζί μ’
αὐτούς ἔπιασαν καί τήν 16χρονη κοπελίτσα, πού δέν ἄντεξε ἀπό τά
βασανιστήρια νά
φτάσει ὡς τή φυλακή τῆς πόλης Νοβοροσίσκ καί στό δρόμο πέθανε. ῎Ετσι τελείωσε ἡ ζωή
τῆς 16χρονης καί
ἀνέβηκε στόν οὐρανό ὡς Μάρτυρας Χριστοῦ, σύμφωνα μέ τήν προφητεία τοῦ
Στάρετς
Θεοδοσίου. Προφητεία κατά τόν
ἁγιασμό τῶν ὑδάτων Κατά τήν ἡμέρα τῶν
Θεοφανείων τοῦ 1925
ὁ γέροντας Θεοδόσιος ἁγίασε τά ὕδατα. ῞Ολοι εἶδαν πολλά ψάρια νά
συγκεντρώνονται γύρω ἀπό τό σημεῖο τοῦ ἁγιασμοῦ. ῾Ο Στάρετς, βλέποντάς
τα,
ἔκλαψε πικρά. Προφήτεψε πώς ἄν καί
ὑπῆρχαν πολλά
ψάρια θά σκορπίζονταν κάποια στιγμή καί θά ἔμεναν μόνο τέσσερα. ῞Ολος ὁ
κόσμος
ἔκλαψε μαζί του. ῾Ο γέροντας Θεοδόσιος τούς εὐλόγησε μέ σταυρό
φτιαγμένο ἀπό
δρῦ, μέσα στόν ὁποῖο ὑπῆρχε καί Τίμιο Ξύλο. Αὐτός ὁ σταυρός σώζεται
μέχρι
σήμερα ἀπό τόν ῾Ιερέα Κ. σέ κατακόμβες τῆς Ρωσίας. ῾Η ἐλεημοσύνη
συγχωρεῖ καί διαγράφει μεγάλες ἁμαρτίες Στό Ροστώφ ζοῦσε μιά
χήρα γυναίκα
ὀνόματι Βέρα, πού εἶχε μείνει ἔγκυος πρίν πεθάνει ὁ ἄντρας της. Οἱ
συγγενεῖς
της τήν πίεζαν νά ρίξει τό παιδί, ἀφοῦ κάποτε μποροῦσε νά
ξαναπαντρευτεῖ. ῾Η χήρα γυναίκα τελικά
τό ἔρριξε.
Δούλευε ὡς πωλήτρια σέ κάποιο μαγαζί τῆς πόλης καί μποροῦσε μέ τήν
κάρτα πού
εἶχε, νά προμηθευτεῖ ὁρισμένα πράγματα ἀνάλογα μέ τό μερίδιό της καί νά
τά
στείλει στή μονή, ὅπως ἐπιθυμοῦσε. Μάζευε λίγο-λίγο τό ἀλεύρι καί
γεμίζοντας
ἕνα τσουβάλι, πού ὑπολογιζόταν θησαυρός λόγῳ τῆς φτώχειας πού
ἐπικρατοῦσε, τό
ἔστειλε μέ προσκυνητές στό ἐρημητήριο τοῦ γέροντα Θεοδοσίου. ῞Οταν τό
εἶδε
ρώτησε τίνος ἦταν γιά νά προσευχηθεῖ ὑπέρ αὐτοῦ. Στήν ἀρχή δέν τοῦ
εἶπαν, γιατί
τούς εἶχε ἀπαγορεύσει ἡ Βέρα νά τό ποῦν λόγῳ ντροπῆς. ῾Ο γέροντας
Θεοδόσιος
ὅμως ἐπέμεινε· «῎Αν δέ μοῦ πεῖτε τό ὄνομα, νά τό πάρετε πίσω». ῞Ολοι
τότε
φώναξαν πῶς ἦταν ἀπό τή Βέρα. Τήν ἴδια νύχτα ἡ Βέρα
εἶδε στόν ὕπνο
της ἕναν ἐφιάλτη. ῞Οτι δηλαδή στό βάθος μιᾶς χαράδρας ὑπῆρχαν πολλά
μωρά γεμάτα
αἵματα. ῞Ενας δαίμονας κρατοῦσε ἕνα χαρτί πού ἔγραφε καί τή δική της
ἁμαρτία.
Εἶδε ὅμως καί τό γέροντα Θεοδόσιο νά πλησιάζει, νά τοῦ ἁρπάζει τό χαρτί
καί νά
βγάζει ἕνα μωρό ἀπό τή χαράδρα καί ἄκουσε πού τῆς ἔλεγε· «Βέρα, τό γιό
σου τόν
ἔσωσε τό ἀλεύρι σου (δηλ. ἡ ἐλεημοσύνη)». ῾Η Βέρα ὕστερα ἀπ’
αὐτό τό ὄνειρο πῆγε
στόν Στάρετς καί τοῦ ζήτησε νά τήν συγχωρέσει. ᾿Από τότε μετανόησε καί
ἔζησε
χριστιανικά. ᾿Αργότερα γνώρισε ἕναν
καλό ἄνθρωπο, τό
Μιχαήλ, μέ μεγάλη κρατική θέση πού τῆς ἔκανε πρόταση γάμου. ῾Η Βέρα τοῦ
εἶπε·
«῎Αν ὁ Στάρετς μᾶς δώσει τήν εὐχή του, θά συμφωνήσω». Πῆγαν μαζί στό
γέροντα
Θεοδόσιο κι’ ἀφοῦ τόν εἶδε, τόν ἐνέκρινε, τούς εὐλόγησε καί τοῦ εἶπε·
«Νά
γίνεις καλός σύζυγος καί πιστός Χριστιανός. ῾Απλῶς ν’ ἀφήσεις τήν
κρατική σου
θέση καί νά γίνεις ἕνας ἁπλός ὁδηγός τρένου». Κάποια στιγμή τούς
πάντρεψε κι’ ἔκαναν
μιά καλή χριστιανική οἰκογένεια. Κανένας ὅμως ἀπό τούς γνωστούς δέν
μποροῦσε νά
καταλάβει γιατί ἤθελε νά ἐγκαταλείψει τήν κρατική δουλειά του. ῞Ενα περιστατικό πού
συνέβη ἀργότερα
ταλαιπώρησε πολύ τόν Μιχαήλ. ᾿Ενῶ εἶχε γίνει πολύ καλός ὁδηγός κι’ ὅλοι
τόν
ἀγαποῦσαν, μιά μέρα θέλησε νά ἐπισκεφτεῖ κάποιον φίλο του καί κατέβηκε
ἀπό τό
τρένο, πρίν φθάσει ὅμως στό σταθμό ἔβαλε στή θέση του τό συνοδηγό του.
Αὐτός
δυστυχῶς ἀπό κάποιο λάθος, λίγο πρίν φτάσει στό τέρμα συγκρούστηκε μέ
βουλευτικό βαγόνι. Αὐτό θεωρήθηκε πολύ σοβαρό γιά τόν Μιχαήλ καί
μποροῦσε νά
εἶχε ὡς ποινή μέχρι καί θάνατο. ῾Ο Μιχαήλ
στενοχωρημένος καί
φοβισμένος, ἤθελε νά κρυφτεῖ γιά νά ἀποφύγει τή σύλληψη. ῾Ο γέροντας
Θεοδόσιος
ὅμως τοῦ εἶπε νά μήν τό κάνει αὐτό, γιατί ἡ τιμωρία του δέ θά ἦταν
μεγάλη. ῾Ο
Μιχαήλ δέν κατάλαβε γιατί τοῦ τἄλεγε αὐτά. ᾿Επειδή ὅμως τόν πίστεψε,
ὑπάκουσε.
Στή συνέχεια ἡ δίκη του ἔγινε στό Εἰδικό Δικαστήριο, ὅπου πολύς κόσμος
πού εἶχε
μαζευτεῖ τόν ὑποστήριζε φωνάζοντας· «ἀθῶος, ἀθῶος, ἀφῆστέ τον
ἐλεύθερο». ῎Ετσι
καί ἔγινε. ῾Η ἀπόφαση ἦταν μιά συμβολική τιμωρία περιορισμοῦ γιά ἕνα
χρόνο καί ἀφέθηκε
ἀμέσως ἐλεύθερος. ῾Ο κόσμος τόν σήκωσε στά χέρια καί τόν ἔβγαλε ἀπό τήν
αἴθουσα. ῞Οταν γύρισε σπίτι, βρῆκε ἕνα γράμμα ἀπό τό γέροντα Θεοδόσιο,
πού τοῦ
ἔγραφε· «῾Ο ἴδιος ὁ Θεός ἦταν ὁ δικηγόρος σου στό δικαστήριο». Αὐτό τό
γράμμα
τό φύλαξε γιά ὅλη του τή ζωή, πιστεύοντας πώς ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς
τοῦ
γέροντα Θεοδοσίου ἔφερε τό καλό ἀποτέλεσμα. Δοκιμασίες τοῦ
γέροντα Θεοδοσίου καί μυστηριώδης ἐπάνοδος Τό Μάρτιο τοῦ 1927,
δύο ἑβδομάδες πρίν
τό Πάσχα ὁ Στάρετς διέταξε τίς μοναχές του νά ἀρχίσουν τίς
προετοιμασίες τῆς
γιορτῆς καί τό βάψιμο τῶν αὐγῶν. Αὐτές ἀπόρησαν πῶς καί ζήτησε τόσο
νωρίς νά τά
κάνουν αὐτά. Τή Μ. Παρασκευή ὁ Στάρετς ζήτησε νά τοῦ φέρουν, ὅτι εἶχαν
ἑτοιμάσει γιά νά τά εὐλογήσει. Οἱ μοναχές ἀπόρησαν ξανά γι’ αὐτήν τή
ἐντολή. ῾Ο
γέροντας Θεοδόσιος ὅμως τούς ἐξήγησε· «Τό Πάσχα δέ θά βρίσκομαι μαζί
σας.
᾿Εσεῖς νά πᾶτε στό Μινβόντι». Μόλις τελείωσε τή
φράση του, μπῆκαν
τρεῖς στρατιωτικοί στή μονή καί τοῦ ζήτησαν νά μαζέψει τά πράγματά του
καί νά
τούς ἀκολουθήσει. ῾Ο γέροντας Θεοδόσιος, μόλις τούς εἶδε, τούς εἶπε·
«σᾶς
περίμενα». Πρίν ὅμως τούς ἀκολουθήσει, διέταξε μία μοναχή νά τοῦ φέρει
μιά
λεκάνη μέ ζεστό νερό, γιά νά τούς πλύνει τά πόδια. Τό περίεργο ἦταν ὅτι
οἱ
στρατιωτικοί δέν ἀντέδρασαν. Δέχτηκαν καί νά φιλοξενηθοῦν. ῾Ο γέροντας Θεοδόσιος,
πρίν φύγει, τούς
εὐλόγησε ὅλους καί τούς εἶπε νά μήν κλαῖνε. Τούς θύμισε πώς καί ὁ
Χριστός μας
τέτοιες ἡμέρες ὑπέφερε. «Μόνο νά προσεύχεσθε» κατέληξε. Μετά τόν πῆραν
καί τόν
πῆγαν στή φυλακή στό Νοβοροσίσκ, ὅπου ἔμεινε γιά ἕνα χρόνο, ἕως τόν
᾿Ιανουάριο τοῦ
1929. Μετά τόν ἔστειλαν σέ μία φυλακή τῆς Βόρειας Ρωσίας στό Σολόβκι,*
ὅπου
ἐκεῖ κρατοῦνταν κι’ ἄλλοι ἱερωμένοι. Στό ἐρημητήριο εἶχαν μείνει
τέσσερις, ὅπως
εἶχε προφητεύσει κατά τή γιορτή τῶν Θεοφανείων. Αὐτές ἦταν· 1) ἡ Ταβιθά
(Τατιανή), μοναχή 2) ἡ Ναταλία, μοναχή 3) ἡ Λιούμπα καί 4) ἡ ῎Αννα, οἱ
ὑποτακτικές. Μετά ἀπό λίγο ἡ
Λιούμπα πῆγε κοντά στόν
Στάρετς, στήν ἐξορία γιά νά τόν φροντίζει. Οἱ ἄλλες τρεῖς κατ’ ἐντολή
τοῦ
Στάρετς, ἀφοῦ πῆραν ὅλα τά ἱερά ἀντικείμενα πού εἶχε φέρει ἀπό τά
῾Ιεροσόλυμα,
πῆγαν στό Μινβόντι. ᾿Αγόρασαν ἕνα μικρό σπίτι καί ἔμειναν ἐκεῖ
περιμένοντας νά
ἐλευθερωθεῖ. Φυλακίσθηκε γιά ἑπτά χρόνια ἀλλά ἀπελευθερώθηκε τό 1932.
῏Ηρθε στό
Μινβόντι καί σήκωσε τό σταυρό τοῦ διά Χριστόν Σαλοῦ.* ῏Ηταν ντυμένος
στά
κόκκινα μέ πλουμιστά πουκάμισα καί ἔπαιζε συνεχῶς μέ τά παιδιά, πού τόν
φώναζαν
«παπποῦ Κουζούκα». ῞Ολα τά παιδιά τόν
ἀγαποῦσαν κι’
ἐκεῖνος συνεχῶς τά κερνοῦσε καραμέλες. Τόν θεωροῦσαν ὅμως τρελό. Δέν τά
φώναζε
ποτέ μέ τό πραγματικό τους ὄνομα. ῎Αλλα τά φώναζε μέ τό ὄνομα «Κοσμᾶς»
κι’ ἄλλα
μέ τό ὄνομα «Κοσμάκης». Στή πορεία φάνηκε πώς
αὐτούς, τούς
ὁποίους φώναζε μέ τό ὄνομα «Κοσμᾶς» ἔγιναν καλοί ἄνθρωποι ἐν ἀντιθέσει
μέ τούς
ἄλλους. Οἱ ὑποτακτικές
μοναχές ῾Η ῎Αννα καί ἡ Λιούμπα
ἔπιασαν δουλειά.
῾Η Ταβιθά ὅμως καί ἡ Ναταλία ἦταν πολύ ἄρρωστες. ῞Ολες ζοῦσαν κοντά,
προσεύχονταν μαζί καί κρυφά ἀπ’ ὅλους. ῞Ολα τά πνευματικά παιδιά τοῦ
γέροντα
Θεοδοσίου ἀπό ἄλλες πόλεις ἔρχονταν νά τόν ἐπισκεφτοῦν κρυφά. Γιά τούς
κατοίκους τῆς περιοχῆς ἦταν ὁ «παπποῦς Κουζούκας». ῾Η παρέμβαση τοῦ
γέροντα Θεοδοσίου πού σώζει μιά κοπέλα ἀπό τήν
ἁμαρτία Στήν ἴδια γειτονιά τοῦ
«παπποῦ
Κουζούκα» ζοῦσε μιά γυναίκα, ἡ ὁποία ἐκεῖνο τόν καιρό εἶχε
ἀποφυλακισθεῖ. Πῆρε
ἀπ’ τό ὀρφανοτροφεῖο τήν κόρη της κι’ ἐπειδή δέν εἶχαν πόρους γιά νά
ζήσουν,
σκεφτόταν νά τήν στείλει στήν περιοχή πού ἔμεναν στρατιωτικοί καί νά
κάνει τήν
πόρνη. ῏Ηταν βράδυ, ὅταν εἶδε
νά περνᾶ ἔξω ἀπό
τό σπίτι ὁ γέροντας Θεοδόσιος, πού τόν ἔλεγαν τρελό καί νά πετάει μέσα
στήν
αὐλή της σακοῦλες. ῞Οταν τίς ἄνοιξε, εἶδε πολλά χαρτονομίσματα μεγάλης
ἀξίας.
Τρελός εἶναι σκέφτηκε κι’ ὅ,τι θέλει κάνει. ῎Ισως μπέρδεψε τό σπίτι κι’
ἀπό
λάθος πέταξε τά χρήματα στήν αὐλή μας. ᾿Επειδή ὅμως εἶχε ἀκόμα
συνείδηση, τό
πρωΐ πῆρε τά χρήματα καί τοῦ τά πῆγε. «Παπποῦ, κατά λάθος ἔριξες στή
δική μου
αὐλή αὐτά τά χρήματα, πάρτα πίσω» τοῦ εἶπε. ᾿Εκεῖνος τῆς ἀπάντησε·
«῞Οταν ὁ
διάβολος βάζει στό μυαλό κάποιου κακές σκέψεις, ὁ Θεός στέλνει τό
«θεῖο» μου,
νά τόν ἐμποδίσει γιά νά μή χάσει τήν ψυχή του». ῾Η γυναίκα ἀπόρησε ἀπό
τά λόγια του καί
τοῦ εἶπε· - «᾿Εσᾶς εἶδα, παπποῦ,
κι’ ὄχι τό θεῖο
σας.» - «Πάρε τά λεφτά, ὁ
Θεός σοῦ τά
ἔστειλε, γιά νά μήν πέσει ἡ κόρη σου στήν ἁμαρτία.» Τότε κατάλαβε, ὅτι
εἶχε διαβάσει τή
σκέψη της καί γονατιστή ἔκλαψε πικρά. Εὐχαρίστησε τό Θεό καί τόν
Γέροντα καί μέ
τήν εὐλογία του γύρισε στό σπίτι της. ᾿Από ἐκείνη τή στιγμή καί γιά ὅλη
τους τή
ζωή ἔζησε μαζί μέ τήν κόρη της μέ εὐσέβεια. ῞Ολους ὅμως τούς
ἀπασχολοῦσε ἡ
σκέψη, ἀπό ποῦ ὁ φτωχός παππούλης, πού πολλές φορές δέν εἶχε οὔτε ψωμί
νά φάει,
βρῆκε τόσα λεφτά καί δέν κράτησε γιά τόν ἑαυτό του οὔτε ἕνα μικρό
νόμισμα. Μικρές ἱστορίες μέ
μεγάλο νόημα. ᾿Αποτροπή ἀπό μιά
αὐτοκτονία ῾Ο Γέροντας κάποια
νύχτα ξύπνησε μέ
ἀγωνία καί ζήτησε ἀπό τή Λιούμπα νά σηκωθεῖ γρήγορα καί νά ἑτοιμαστεῖ
γιά νά
πᾶνε στήν ἀποθήκη μέ τά κάρβουνα. ῾Η Λιούμπα καθυστέρησε λίγο κι’
ἐκεῖνος τήν
προέτρεψε νά κάνει πιό γρήγορα γιά νά προλάβουνε. ῞Υστερα ἀπό λίγο ἔφτασαν στήν ἀποθήκη καί μπροστά στήν πόρτα εἶδαν ἕνα νεαρό ἄντρα. ῾Ο Γέροντας τόν πλησίασε καί τοῦ εἶπε· «Τί θέλεις νά κάνεις; Δέ σκέφτεσαι ὅτι θά πάρει τήν ψυχή σου ὁ διάβολος; Δέ σκέπτεσαι τή γυναίκα σου καί τά δυό σου παιδιά;» ῾Η Λιούμπα κοιτάζοντας προσεκτικά εἶδε τό σκοιν |